wallow

Listen:
 /ˈwɒləʊ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wallow in [sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (dwell on [sth] bad) (μεταφορικά)κυλιέμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)είμαι βουτηγμένος σε κτ ρ έκφρ
 There's nothing he enjoys more than wallowing in misery.
 Αυτό που του αρέσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι να κυλιέται στη μιζέρια.
wallow in [sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (live in: luxury) (μεταφορικά)κολυμπάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  ζω μέσα σε κτ περίφρ
wallow in [sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (lie around)κυλιέμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)τσαλαβουτάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Hippos love wallowing in mud.
 Στους ιπποπόταμους αρέσει να κυλιούνται στη λάσπη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
wallow in vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] literal (lie about in: mud, etc.)κυλιέμαι στην λάσπη ρ αμ
 The pig wallowed in the mud.
wallow in vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (indulge oneself in) (μεταφορικά)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ μ
 Harriet was wallowing in self pity.
wallow in self-pity v phr disapproving (feel sorry for yourself)αυτοοικτίρομαι ρ αμ
  αισθάνομαι οίκτο για τον εαυτό μου περίφρ
  αισθάνομαι αυτολύπηση περίφρ
wallow in your grief v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (dwell on the loss of [sb] or [sth](μεταφορικά)πνίγομαι από τον πόνο έκφρ
 Everyone dies, so you can't keep wallowing in your grief.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wallow' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wallow στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wallow'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης