wallpaper

Listen:
 /ˈwɔːlˌpeɪpə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wallpaper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decorative paper for walls) (τοίχου)ταπετσαρία ουσ θηλ
 We've stripped off all the wallpaper ready for replastering.
 Βγάλαμε όλη την ταπετσαρία για να ετοιμάσουμε τον τοίχo για σοβάτισμα.
wallpaper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer screen: background image)φόντο ουσ ουδ
  wallpaper ουσ ουδ άκλ
 There are plenty of wallpapers you can download from the Internet for free.
wallpaper,
wallpaper [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(cover with wallpaper)βάζω ταπετσαρία ρ μ
 It only took us an hour to wallpaper the bathroom.
 Χρειαστήκαμε μόλις μια ώρα για να βάλουμε την ταπετσαρία στο μπάνιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
wallpaper paste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (paste for attaching wallpaper)κόλλα ταπετσαρίας φρ ως ουσ θηλ
 Wallpaper paste can be kept for weeks if you put a cover on it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wallpaper' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wallpaper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wallpaper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.