wallpaper

SpeakerListen:
 /ˈwɔːlˌpeɪpəʳ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
wallpaper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decorative paper for walls) (τοίχου)ταπετσαρία ουσ θηλ
 We've stripped off all the wallpaper ready for replastering.
 Βγάλαμε όλη την ταπετσαρία για να ετοιμάσουμε τον τοίχo για σοβάτισμα.
wallpaper adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (paste: for wallpaper)μη διαθέσιμη μετάφραση
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
wallpaper,
wallpaper [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(cover with wallpaper)βάζω ταπετσαρία ρ μ
 It only took us an hour to wallpaper the bathroom.
 Χρειαστήκαμε μόλις μια ώρα για να βάλουμε την ταπετσαρία στο μπάνιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wallpaper' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wallpaper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wallpaper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης