walnut

SpeakerListen:
USUK-RP
 /ˈwɔːlnʌt/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
walnut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nut) (καρπός)καρύδι ουσ.ουδ.
walnut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wood) (ξύλο)καρυδιά ουσ.θηλ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
walnut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tree) (δέντρο)καρυδιά ουσ.θηλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
walnut oil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oil obtained from walnuts)έλαιο καρυδιάς ουσ.ουδ.
 For a unique flavor in cooking, you can use walnut oil instead of blended vegetable oil.
walnut tree nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large tree that bears walnuts)καρυδιά ουσ.θηλ.
 The bureau was built from the wood of the walnut tree.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση walnut στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'walnut'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης