walnut

Listen:
 /ˈwɔːlˌnʌt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
walnut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nut)καρύδι ουσ ουδ
 Simon added walnuts to his cake mix.
walnut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wood)καρυδιά ουσ θηλ
  (κατά λέξη)ξύλο καρυδιάς φρ ως ουσ ουδ
 The table was made from walnut.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
walnut adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (made from walnut wood)από καρυδιά, από ξύλο καρυδιάς περίφρ
 There was a walnut sideboard standing against the wall.
walnut adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (containing walnuts)με καρύδια, με καρύδι περίφρ
  (σε γενική)καρυδιού ουσ ουδ ως επίθ
 Maria served her guests coffee and a slice of walnut cake each.
walnut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tree)καρυδιά ουσ θηλ
 We have a walnut at the bottom of the garden.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
butternut,
white walnut
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (type of edible nut)μη διαθέσιμη μετάφραση
curly walnut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of wood)ξύλο καρυδιάς με κατσαρά νερά περίφρ
  καρυδιά με κατσαρά νερά περίφρ
walnut oil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oil obtained from walnuts)έλαιο καρυδιάς ουσ ουδ
 For a unique flavor in cooking, you can use walnut oil instead of blended vegetable oil.
walnut tree nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large tree that bears walnuts)καρυδιά ουσ θηλ
 The bureau was built from the wood of the walnut tree.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'walnut' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση walnut στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'walnut'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: near | shallow

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.