waste

Listen:
 /weɪst/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
waste [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use inefficiently)σπαταλάω, σπαταλώ ρ μ
 Europeans often do not like to waste paper.
 Στους Ευρωπαίους συχνά δεν αρέσει να σπαταλούν χαρτί.
waste [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (opportunity)σπαταλάω ρ μ
  ξοδεύω ρ μ
 He wasted his chances at college and did not study.
 Σπατάλησε τις ευκαιρίες του στο πανεπιστήμιο και δεν διάβαζε.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μην ξοδεύεις αλόγιστα τα λεφτά σου.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (refuse, rubbish, garbage) (από βιομηχανία)απόβλητα ουσ ουδ πλ
  (από πόλη, σπίτι κλπ)απορρίμματα ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)σκουπίδια ουσ ουδ πλ
 The orange juice factory created a lot of waste.
 Το εργοστάσιο πορτοκαλάδας παράγει πολλά απόβλητα.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unused material) (περίσσευμα)άχρηστο υλικό επίθ + ουσ ουδ
  περίσσευμα ουσ ουδ
 The parts factory had some metal waste.
 Το εργοστάσιο ανταλλακτικών είχε κάποια μεταλλικά άχρηστα υλικά.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unused)περίσσευμα ουσ ουδ
  άχρηστος επίθ
 They didn't realize that there was value in the waste metal.
 Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι τα μεταλλικά περισσεύματα είχαν αξία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (products, matter: excreted)απόβλητα ουσ ουδ πλ
 How much waste matter does the average human body excrete in 24 hours?
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (undeveloped, uninhabited)έρημος, ερημικός επίθ
 There was nothing in the vast waste area of the valley.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (related to refuse)απορρίμματα ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)σκουπίδια ουσ ουσ πλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται σε γενική ως προσδιορισμός: Για παράδειγμα «καλάθι απορριμάτων».
 The waste processing industry is huge.
 Ο βιομηχανία της επεξεργασίας απορριμμάτων είναι τεράστια.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (related to sewage)λύματα ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται σε γενική ως προσδιορισμός.
 There is a waste treatment plant near here.
 Υπάρχει μια εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (rejected as useless)άχρηστος επίθ
 Trying to come up with the ideal version of something often involves making a lot of waste products along the way.
 Το να προσπαθείς να βρεις την ιδανική εκδοχή για κάτι συχνά περιλαμβάνει τη δημιουργία πολλών άχρηστων προϊόντων στην πορεία.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fact of wasting, inefficiency)σπατάλη ουσ θηλ
  (για χρόνο)χάσιμο ουσ ουδ
 The consultant was brought in to reduce waste in the process.
 Ο σύμβουλος κλήθηκε για να μειωθεί η σπατάλη κατά τη διαδικασία.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bodily waste)ακαθαρσίες ουσ θηλ πλ
  απόβλητα ουσ θηλ πλ
 Can't you flush your waste down the toilet properly?!
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sewage)λύματα ουσ ουδ πλ
 Sewage pipes carry the waste of many households to the sewage plant.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical by-product)απόβλητα επίθ ως ουσ ουδ πλ
 Many chemical plants produce huge amounts of waste.
wastes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (desert)ερημιά ουσ θηλ
 He found himself alone in the wastes of the Sahara.
 Βρέθηκε ολομόναχος στην ερημιά της Σαχάρα.
waste vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." usu passive (fail to be appreciated)χαραμίζομαι ρ αμ
 She is wasted on him - he does not appreciate her fine qualities.
 Χαραμίζεται μαζί του, αυτός δεν εκτιμά τα καλά στοιχεία της.
waste vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (lay to waste, destroy)καταστρέφω ρ μ
 The soldiers wasted the enemy village.
 Οι στρατιώτες κατέστρεψαν το χωριό των εχθρών.
waste [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang, figurative (kill) (μεταφορικά, καθομ)καθαρίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)ξεκάνω, ξεπαστρεύω ρ μ
 The gangster bragged that he had wasted the rival gang member.
 Ο γκάνγκστερ περηφανευόταν ότι καθάρισε το μέλος της αντίπαλης συμμορίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
go to waste v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not be used)πάω χαμένος ρ έκφρ
  χαραμίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)πάω στράφι ρ έκφρ
 A new study has found that 50 per cent of the world's food goes to waste.
 Μια νέα μελέτη ανακάλυψε ότι το 50 τις εκατό της τροφής παγκοσμίως πάει χαμένο.
lay waste to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (devastate)ερημώνω, καταστρέφω ρ μ
  (μεταφορικά: σε κτ)σπέρνω τον όλεθρο φρ
 The earthquake laid waste to the already devastated country.
nuclear waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unwanted radioactive by-product)πυρηνικά απόβλητα επίθ + ουσ ουδ πλ
radioactive waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (products left over from nuclear reactor)ραδιενεργά απόβλητα επίθ + ουσ ουδ πλ
 The environmental authorities find it difficult to handle radioactive waste safely.
solid waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (refuse and sewage which is not liquid)στερεά απόβλητα επίθ + ουσ ουδ πλ
 The solid waste remains in the septic tank and liquids drain off to the soakaway.
toxic waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dangerous by-product)τοξικά απόβλητα επίθ + ουσ ουδ πλ
waste away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become thin and weak) (άτομο)χάνω τις δυνάμεις μου περίφρ
  (σώμα, μυς, κλπ)ατονώ ρ αμ
 If you don't eat you're just going to waste away. Some diseases can cause people to waste away.
waste basket,
waste paper basket,
wastepaper basket
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(indoor receptacle for rubbish)σκουπιδοτενεκές ουσ αρσ
  καλάθι αχρήστων φρ ως ουσ ουδ
  (επίσημο, παλαιό)κάλαθος αχρήστων φρ ως ουσ αρσ
waste bin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (wastepaper basket, trash can)σκουπιδοτενεκές ουσ αρσ
  καλάθι αχρήστων φρ ως ουσ ουδ
  (επίσημο, παλαιό)κάλαθος αχρήστων φρ ως ουσ αρσ
 I knocked over the waste bin, leaving food all over the floor.
waste disposal,
also US: garbage disposal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(kitchen sink unit for food waste)σκουπιδοφάγος ουσ αρσ
 A waste disposal can be fitted directly beneath the kitchen sink.
waste disposal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (management of refuse)διάθεση αποβλήτων φρ ως ουσ θηλ
  (στερεά)διάθεση απορριμμάτων φρ ως ουσ θηλ
  (υγρά)διάθεση λυμάτων φρ ως ουσ θηλ
 Last year the local authority spent over £8 million on waste disposal.
waste disposer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unit that flushes away sink waste)σκουπιδοφάγος ουσ αρσ
waste heat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (allow warmth to escape)χάνω θερμότητα περίφρ
  σπαταλάω θερμότητα, σπαταλώ θερμότητα περίφρ
 They waste heat by leaving the doors open.
waste management nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disposal and treatment of waste)διαχείριση αποβλήτων φρ ως ουσ θηλ
  (για στερεά)διαχείριση απορριμμάτων φρ ως ουσ θηλ
  (για υγρά)διαχείριση λυμάτων φρ ως ουσ θηλ
waste material nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (refuse or sewage)απόβλητα ουσ ουδ πλ
waste of time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pointless activity)χάσιμο χρόνου ουσ ουδ
 It's a waste of time trying to convince her.
waste pipe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tube that carries away sewage)σωλήνας αποχέτευσης φρ ως ουσ αρσ
waste products nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (urine, faeces)περιττώματα ουσ ουδ πλ
 Waste products are expelled from the human body in liquid and solid form.
waste products nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (unwanted material or by-products)απορρίμματα ουσ ουδ πλ
  απόβλητα ουσ ουδ πλ
 The reaction is slowed by the accumulation of waste products.
waste time v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do [sth] frivolous or pointless)σπαταλώ χρόνο, χαραμίζω χρόνο περίφρ
  χάνω χρόνο περίφρ
 He did puzzles just to waste time. I've wasted a lot of time today on Facebook.
 Έφτιαχνε παζλ απλά για να σπαταλήσει χρόνο. Χαράμισα πολύ χρόνο στο Facebook σήμερα.
waste water nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (liquid waste, sewage)λύματα ουσ ουδ πλ
wastebasket,
waste basket
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rubbish bin)καλάθι αχρήστων ουσ ουδ
 Irene screwed up a piece of paper and threw it in the wastebasket.
wastebin,
waste bin
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rubbish bin)καλάθι αχρήστων ουσ ουδ
 The office cleaners are responsible for emptying the wastebins.
wastepaper,
waste paper
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(paper discarded as useless) (συχνά πληθυντικός)άχρηστο χαρτί επίθ + ουσ ουδ
wastepaper basket,
waste paper basket,
waste basket
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(indoor receptacle for rubbish)κάλαθος αχρήστων, σκουπιδοντενεκές ουσ αρσ
  καλάθι ουσ ουδ
 She threw the unneeded files into the wastepaper basket.
wastepaper bin,
waste paper bin
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (indoor receptacle for rubbish)κάλαθος αχρήστων, σκουπιδοντενεκές ουσ αρσ
  καλάθι ουσ ουδ
wastewater,
waste water
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(used water) (καθομιλουμένη)απόνερα ουσ ουδ πλ
 Treatment of the wastewater begins in the septic tank.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'waste' found in these entries
In the English description:
Collocations: don't waste my time, [oil, liquid, gas, chemical, natural, nuclear] waste, waste [materials, byproducts, paper, product], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση waste στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'waste'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.