wastebasket

Listen:
 /ˈweɪstˌbɑːskɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wastebasket,
waste basket
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rubbish bin)καλάθι αχρήστων ουσ ουδ
 Irene screwed up a piece of paper and threw it in the wastebasket.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wastepaper basket,
waste paper basket,
waste basket
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(indoor receptacle for rubbish)κάλαθος αχρήστων, σκουπιδοντενεκές ουσ αρσ
  καλάθι ουσ ουδ
 She threw the unneeded files into the wastepaper basket.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wastebasket στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wastebasket'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rush | spill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.