wasted

Listen:
 /ˈweɪstɪd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wasted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unused)άχρηστος, αχρησιμοποίητος επίθ
  (επιπλέον)περιττός, παραπανίσιος επίθ
 Maggie threw the wasted food in the bin.
wasted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (misused, squandered) (μεταφορικά, καθομ)πεταμένος, χαμένος μτχ πρκ
  που τον έχουν σπαταλήσει περίφρ
  (σπάνιο)σπαταλημένος μτχ πρκ
 John was annoyed that his wife had been buying expensive clothes; the wasted money could have bought them a much needed new sofa.
wasted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (achieved nothing)που πάει χαμένο φρ
  άχρηστος, άσκοπος, ανούσιος, μάταιος επίθ
  (καθομιλουμένη)που πήγε στράφι φρ
  που πήγε τσάμπα φρ
 It had been a wasted journey; Karen had driven to the other side of town to meet a colleague, who had cancelled at the last minute.
wasted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (from hunger, disease)καχεκτικός, ισχνός επίθ
 TV images of the famine victims wasted bodies caused donations to start flooding in.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
wasted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, slang (drunk or stoned) (μεταφορικά, αργκό)καμμένος μτχ πρκ
  λιώμα ουσ ουδ ως επίθ
  κομμάτια ουσ ουδ πλ ως επίθ
 I was so wasted last night! I didn't get to bed till three in the morning.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wasted' found in these entries
In the English description:
Collocations: a wasted [youth, adolescence, childhood], [a, another] wasted [opportunity, chance], it was a wasted [journey, effort], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wasted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wasted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.