wasteful

Listen:
 /ˈweɪstfʊl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wasteful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: not economical)σπάταλος επίθ
 My brother's always been wasteful of money.
 Ο αδελφός μου ήταν πάντα σπάταλος με τα χρήματά του.
wasteful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (action: inefficient)ανούσιος, άσκοπος επίθ
 It's wasteful to move this stuff now if we have to do it again later.
 Είναι άσκοπο να μετακινήσουμε αυτά τα πράγματα τώρα αν χρειάζεται να το ξανακάνουμε αργότερα.
wasteful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (action: squandering)υπερβολικός επίθ
 Her dinners are really wasteful: she always makes far too much.
 Τα δείπνα της είναι πολύ υπερβολικά. Μαγειρεύει πάντα πολύ περισσότερο από όσο χρειάζεται.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wasteful' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wasteful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wasteful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: check | bond

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.