waster

 /ˈweɪstə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
waster nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative (idle person)χασομέρης, χασομέρισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αργόσχολος επίθ
 Steve is starting to gain a reputation as a waster.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση waster στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'waster'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.