wasting

Listen:
 /ˈweɪstɪŋ/


Του ρήματος: "to wast"

Present Participle: wasting

Του ρήματος: "to waste"

Present Participle: wasting
In this page: wasting; wast; waste

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wasting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (disease: that weakens) (ασθένεια)που εξασθενεί κάποιον έκφρ
  (μεταφορικά)που τρώει κάποιον έκφρ
 Tuberculosis is a wasting disease that has a high mortality rate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wast v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." archaic or dialect (be: past tense) (αόριστος, β' ενικό)ήσουν, ήσουνα ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
waste [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use inefficiently)σπαταλάω, σπαταλώ ρ μ
 Europeans often do not like to waste paper.
 Στους Ευρωπαίους συχνά δεν αρέσει να σπαταλούν χαρτί.
waste [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (opportunity)σπαταλάω ρ μ
  ξοδεύω ρ μ
 He wasted his chances at college and did not study.
 Σπατάλησε τις ευκαιρίες του στο πανεπιστήμιο και δεν διάβαζε.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μην ξοδεύεις αλόγιστα τα λεφτά σου.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (refuse, rubbish, garbage) (από βιομηχανία)απόβλητα ουσ ουδ πλ
  (από πόλη, σπίτι κλπ)απορρίμματα ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)σκουπίδια ουσ ουδ πλ
 The orange juice factory created a lot of waste.
 Το εργοστάσιο πορτοκαλάδας παράγει πολλά απόβλητα.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unused material) (περίσσευμα)άχρηστο υλικό επίθ + ουσ ουδ
  περίσσευμα ουσ ουδ
 The parts factory had some metal waste.
 Το εργοστάσιο ανταλλακτικών είχε κάποια μεταλλικά άχρηστα υλικά.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unused)περίσσευμα ουσ ουδ
  άχρηστος επίθ
 They didn't realize that there was value in the waste metal.
 Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι τα μεταλλικά περισσεύματα είχαν αξία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (products, matter: excreted)απόβλητα ουσ ουδ πλ
 How much waste matter does the average human body excrete in 24 hours?
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (undeveloped, uninhabited)έρημος, ερημικός επίθ
 There was nothing in the vast waste area of the valley.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (related to refuse)απορρίμματα ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)σκουπίδια ουσ ουσ πλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται σε γενική ως προσδιορισμός: Για παράδειγμα «καλάθι απορριμάτων».
 The waste processing industry is huge.
 Ο βιομηχανία της επεξεργασίας απορριμμάτων είναι τεράστια.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (related to sewage)λύματα ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται σε γενική ως προσδιορισμός.
 There is a waste treatment plant near here.
 Υπάρχει μια εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων.
waste adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (rejected as useless)άχρηστος επίθ
 Trying to come up with the ideal version of something often involves making a lot of waste products along the way.
 Το να προσπαθείς να βρεις την ιδανική εκδοχή για κάτι συχνά περιλαμβάνει τη δημιουργία πολλών άχρηστων προϊόντων στην πορεία.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fact of wasting, inefficiency)σπατάλη ουσ θηλ
  (για χρόνο)χάσιμο ουσ ουδ
 The consultant was brought in to reduce waste in the process.
 Ο σύμβουλος κλήθηκε για να μειωθεί η σπατάλη κατά τη διαδικασία.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bodily waste)ακαθαρσίες ουσ θηλ πλ
  απόβλητα ουσ θηλ πλ
 Can't you flush your waste down the toilet properly?!
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sewage)λύματα ουσ ουδ πλ
 Sewage pipes carry the waste of many households to the sewage plant.
waste nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical by-product)απόβλητα επίθ ως ουσ ουδ πλ
 Many chemical plants produce huge amounts of waste.
wastes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (desert)ερημιά ουσ θηλ
 He found himself alone in the wastes of the Sahara.
 Βρέθηκε ολομόναχος στην ερημιά της Σαχάρα.
waste vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." usu passive (fail to be appreciated)χαραμίζομαι ρ αμ
 She is wasted on him - he does not appreciate her fine qualities.
 Χαραμίζεται μαζί του, αυτός δεν εκτιμά τα καλά στοιχεία της.
waste vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (lay to waste, destroy)καταστρέφω ρ μ
 The soldiers wasted the enemy village.
 Οι στρατιώτες κατέστρεψαν το χωριό των εχθρών.
waste [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang, figurative (kill) (μεταφορικά, καθομ)καθαρίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)ξεκάνω, ξεπαστρεύω ρ μ
 The gangster bragged that he had wasted the rival gang member.
 Ο γκάνγκστερ περηφανευόταν ότι καθάρισε το μέλος της αντίπαλης συμμορίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
wasting | wast | waste
EnglishGreek
wasting away adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: thin, weak) (μικρό βάρος)αδυνατίζω υπερβολικά ρ αμ + επίρ
  (έλλειψη αντοχών)χάνω τις δυνάμεις μου περίφρ
 Beth is truly wasting away. I suspect that she's anorexic.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wasting' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wasting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wasting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clear | tie

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.