wastrel

 /ˈweɪstrəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wastrel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (idle person)ανεπρόκοπος, αχαΐρευτος επίθ
  (καθομ: μειωτικό)χαραμοφάης ουσ αρσ
  τεμπελόσκυλο ουσ ουδ
  τεμπελχανάς ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wastrel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wastrel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.