watchdog

Listen:
 /ˈwɒtʃˌdɒɡ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
watchdog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (guard dog)σκύλος φύλακας φρ ως ουσ αρσ
  (πιο απλά)σκύλος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαντρόσκυλο ουσ ουδ
 The sign says there's a watchdog on the premises all night.
 Η πινακίδα λέει ότι όλη τη νύχτα υπάρχει σκύλος φύλακας στις εγκαταστάσεις.
watchdog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (guardian, defender)προστάτης ουσ αρσ
  (ασκεί έλεγχο)επιτηρητής ουσ αρσ
 The agency acts as a watchdog of the water industry.
 Η υπηρεσία λειτουργεί ως φύλακας της εταιρείας ύδρευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση watchdog στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'watchdog'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.