watcher

Listen:
 /ˈwɒtʃəʳ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
watcher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (onlooker, casual observer)θεατής, παρατηρητής ουσ αρσ
 Nothing about the man's behaviour would have seemed unusual to a casual watcher.
watcher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spectator)θεατής, παρατηρητής ουσ αρσ
 The pop star shocked watchers with a raunchy performance at the MTV Video Music Awards.
watcher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (observer, analyst)παρατηρητής, αναλυτής ουσ αρσ
 The authors have compiled a comprehensive survey for watchers of contemporary French politics.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
bird watcher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hobbyist who observes wild birds)παρατηρητής πουλιών ουσ αρσ
 Charles is an avid bird watcher; he even has a telescope set up in the dining room.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'watcher' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση watcher στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'watcher'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.