watchful

Listen:
 /ˈwɒtʃfʊl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
watchful adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (vigilant) (προσέχω, προστατεύω κάτι)σε επαγρύπνηση, σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση περίφρ
  (μεταφορικά)άγρυπνος επίθ
  (παρατηρώ, δίνω σημασία σε κάτι)παρατηρητικός, προσεκτικός επίθ
 The sentries remained watchful throughout the night.
 Οι φρουροί παρέμειναν άγρυπνοι κατά τη διάρκεια της νύχτας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
watchful eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attention, vigilance) (μεταφορικά)άγρυπνο μάτι, άγρυπνο βλέμμα φρ
Σχόλιο: Η απόδοση ταιριάζει σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Εναλλακτικά αποδίδεται με φράσεις όπως προσέχω, έχω το νου μου κλπ.
 Sue kept a watchful eye as the children played on the seashore.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'watchful' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση watchful στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'watchful'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.