watchfulness

 /ˈwɒtʃfʊlnɪs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
watchfulness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vigilance)εγρήγορση, επαγρύπνηση, ετοιμότητα ουσ θηλ
 The police have reminded residents to maintain watchfulness and to report any suspicious activities.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'watchfulness' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση watchfulness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'watchfulness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: task | reek

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.