watchman

Listen:
 /ˈwɒtʃmən/


For the noun: watchman
Plural form: watchmen

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
watchman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male guard, sentinel)φύλακας ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
night watchman,
plural: night watchmen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(male: guards property at night)νυχτερινός φύλακας έκφρ
 Our office is guarded at night by the night watchman.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'watchman' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση watchman στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'watchman'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.