Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


well:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK
we'll  well  
we'll: WordReference English-Greek Dictionary © 2010

This word is scheduled to be translated and added in the near future.
If you are unable to find a translation, you can ask in the forums.
Sorry for the inconvenience.


well: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
welladv (satisfactorily) ικανοποιητικάκαλά επίρ.
Note: Τροπικό επίρρημα.
Things are going well lately; we have no unmet needs.
Τα πράγματα πηγαίνουν καλά τελευταία, δεν έχουμε ανικανοποίητες ανάγκες.
welladv (in a proper way) τρόποςσωστά, καλά επίρ.
Note: Τροπικό επίρρημα.
The job has been done well.
Η δουλειά έχει γίνει σωστά (or: καλά).
welladv (healthy) υγείακαλά επίρ.
 καθομιλουμένηεντάξει επίρ.
Note: Τροπικό επίρρημα.
Yesterday, I didn't feel too good, but today I feel well.
Χθες δεν ένιωθα και πολύ καλά, αλλά σήμερα είμαι καλά.
Χθες δεν ένιωθα και πολύ καλά, αλλά σήμερα είμαι εντάξει.
welladv (person: with intimacy) για γνωριμίακαλά επίρ.
Note: Τροπικό επίρρημα.
I know him well.
Τον ξέρω καλά.
welladj (in health) υγείακαλά επίρ.
 καθομιλουμένηεντάξει επίρ.
I was sick yesterday, but I am well today.
Ήμουν άρρωστος χθες, αλλά σήμερα είμαι καλά.
Ήμουν άρρωστος χθες, αλλά σήμερα είμαι εντάξει.
wellinterj (indignation, surprise) συμπέρασμα, έκπληξηλοιπόν σύνδ.
 καθομιλουμένηβρε βρε, όπα επιφ.
Note: λοιπόν: συμπερασματικός σύνδεσμος.
Well! Look what I have discovered!
Λοιπόν! Κοίτα τι ανακάλυψα!
Βρε βρε (or: Όπα)! Κοίτα τι ανακάλυψα!
welln (oil)πετρελαιοπηγή ουσ.θηλ.
They have thousands of wells in Saudi Arabia.
Έχουν χιλιάδες πετρελαιοπηγές στη Σαουδική Αραβία.
welln (water)πηγάδι ουσ.ουδ.
This house gets its water from a well.
Αυτό το σπίτι παίρνει νερό από το πηγάδι.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "well".
Σύνθετοι Τύποι:
as welladv (also, in addition)εξ ίσου, επίσης, καθώς επίσης, συνάμα επίρ.
as well asprep (in addition to)εξ ίσου, επίσης, καθώς επίσης, συνάμα επίρ.
get on well withvtr informal (have a good relationship with) έχω καλές σχέσεις με, καθομιλουμένητα πηγαίνω καλά με, τα πάω καλά με έκφρ.
know damn wellvtr slang, potentially offensive (be very much aware)ξέρω πολύ καλά έκφρ.
know full wellvtr (be very much aware) συνειδητοποιώ, ξέρωξέρω πολύ καλά έκφρ.
mean wellvi (have good intentions)έχω καλές προθέσεις περίφρ.
not well foundedadj (not based on fact) δε βασίζεται σε δεδομένααβάσιμος επίθ.
speak well ofvtr (say good things about)μιλώ επαινετικά για κάποιον, λέω καλά λόγια ρ.αμ.
think well ofvtr (hold in high regard)εκτιμώ, σέβομαι ρ.μετ.
very welladv (successfully)πολύ καλά επίρ.
very wellinterj (expressing consent)πολύ καλά, ωραία επίρ.
wear wellvtr (look good in) μεταφορικάκρατιέμαι, βαστιέμαι καλά ρ.αμ.
wear wellvi (be enduring) μεταφορικάκρατιέμαι, βαστιέμαι καλά ρ.αμ.
wear wellvi (not age too fast) μεταφορικάκρατιέμαι, βαστιέμαι καλά ρ.αμ.
well enoughadv (sufficiently)αρκούντως, επαρκώς, αρκετά επίρ.
well enoughadv (in a sufficiently good way)αρκούντως, επαρκώς, αρκετά επίρ.
well in handadv (under control)υπό έλεγχο πρόθ.
well!interj (expressing displeasure) ειρωνικάΜπράβο! Ωραία! επιφώνημα
well!interj (expressing surprise)Αλήθεια? Μπράβο! επιφώνημα

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'well' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.

Report an inappropriate ad