Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


wet:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

Σχετικά με το ρήμα: "to wet"
Αόριστος wet, wetted
Παθητική Μετοχή wet, wetted

wet: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
wetadj (soaked)υγρός επίθ.
 μουσκεμένος, βρεγμένος μτχ.παθ.
 καθομιλουμένημούσκεμα, μουσκίδι ουσ.ουδ.
Note: υγρός > βρεγμένος > μουσκεμένος
The rug was wet after the toilet overflowed.
Το χαλάκι ήταν υγρό από την υπερχείλιση της τουαλέτας.
Το χαλάκι ήταν μουσκεμένο (or: βρεγμένο) από την υπερχείλιση της τουαλέτας.
* Γύριζε μες στη βροχή κι έγινε μούσκεμα (or: μουσκίδι).
wetadj (moist)υγρός επίθ.
 βρεγμένος μτχ.παθ.
His mother put a wet cloth on his forehead to reduce the fever.
Η μητέρα του του έβαλε ένα υγρό πανί στο μέτωπο να ρίξει τον πυρετό.
Η μητέρα του του έβαλε ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο να ρίξει τον πυρετό.
wetvtr (dampen)βρέχω ρ.μετ.
 μουσκεύω ρ.μετ.
 υγραίνω ρ.μετ.
 ποιητικόνοτίζω ρ.μετ.
If you wet it a little, the stain will come out.
Αν το βρέξεις λίγο, ο λεκές θα φύγει.
* Μην βγεις στον κήπο, θα μουσκέψεις τα παπούτσια σου.
* Από την αμηχανία του ύγραινε συνέχεια τα χείλη.
Η βροχή είχε νοτίσει το χώμα.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "wet".
Σύνθετοι Τύποι:
dripping wetadj informal (drenched, soaked)μούσκεμα, μουσκίδι επίρ.
sopping wetadj informal (soaked, dripping)μουσκεμένος, μουλιασμένος επίθ.
wet blanketn figurative, informal (sb who discourages others from having fun)κάποιος ο οποίος χαλάει το κέφι της παρέας αντων.
 καθομιλουμένηξενέρωτος επίθ.
wet dreamn informal (sexual dream causing ejaculation)ονείρωξη ουσ.θηλ.
wet nursen (woman hired to breast-feeds another's child)γυναίκα η οποία έχει προσληφθεί να θηλάσσει τα παιδιά κάποιας άλλης ουσ.θηλ.
wetsuitn (rubber suit worn for diving)λαστιχένια στολή αυτοδύτη ουσ.θηλ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'wet' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'wet'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad