wherewithal

SpeakerListen:
USUK-RP

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
wherewithal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (necessary means)τα προς το ζην εκφρ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
have the wherewithal v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have the means)έχω τα μέσα περίφρ
  έχω την οικονομική δυνατότητα περίφρ
have the wherewithal to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have the means)έχω τα μέσα περίφρ
  έχω την οικονομική δυνατότητα περίφρ
 That school is very expensive; I don't have the wherewithal to pay the tuition.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wherewithal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wherewithal'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης