whine

Listen:
 /waɪn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
whine viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cry plaintively)κλαψουρίζω ρ αμ
  (αποδοκιμασίας)μυξοκλαίω ρ αμ
 The dog whined outside the door.
whine viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (complain)γκρινιάζω, παραπονιέμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κλαίγομαι ρ αμ
 I can't stand Robert; he's always whining.
whine about [sth/sb] vi + prep (complain about)γκρινιάζω για κτ, παραπονιέμαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)κλαίγομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 The children were whining about how hungry they were.
whine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (noise) (καθομιλουμένη)βαβούρα ουσ θηλ
  φασαρία ουσ θηλ
  θόρυβος ουσ αρσ
  βουητό ουσ ουδ
 The radio wasn't properly tuned and the whine was giving Linda a headache.
whine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plaintive cry)κλαψούρισμα ουσ ουδ
 The dog licked Steve's hand and gave a whine.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'whine' found in these entries
In the English description:
Collocations: a [small, little, wailing, loud, high-pitched] whine, let out a [small] whine, the [dog, toddler] gave a small whine, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whine'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: lot | hint

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.