whine

Listen:
 /waɪn/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
whine viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cry plaintively)κλαψουρίζω ρ αμ
  (αποδοκιμασίας)μυξοκλαίω ρ αμ
 The dog whined outside the door.
whine viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (complain)γκρινιάζω για κτ, παραπονιέμαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  (ανεπίσημο)κλαίγομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
whine viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (complain)γκρινιάζω, παραπονιέμαι ρ αμ
  (ανεπίσημο)κλαίγομαι ρ αμ
 I can't stand Robert; he's always whining.
whine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (noise) (καθομιλουμένη)βαβούρα ουσ θηλ
  φασαρία ουσ θηλ
  θόρυβος ουσ αρσ
  βουητό ουσ ουδ
 The radio wasn't properly tuned and the whine was giving Linda a headache.
whine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plaintive cry)κλαψούρισμα ουσ ουδ
 The dog licked Steve's hand and gave a whine.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'whine' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whine'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης