whine

SpeakerListen:
UK-RP
 /waɪn/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
whine viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cry complaining)γκρινιάζω, κλαίγομαι ρ.αμ.
  (μεταφορικά)μουρμουρίζω ρ.αμ.
whine viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (complain)γκρινιάζω, κλαίγομαι ρ.αμ.
  (μεταφορικά)μουρμουρίζω ρ.αμ.
whine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (noise) (θόρυβος)τσίριγμα, σκούξιμο ουσ.ουδ.
whine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (complaining cry)κλαψουρίζω, μυξοκλαίω ρ.αμ.
  (μεταφορικά)γκρινιάζω, κλαίγομαι ρ.αμ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'whine' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whine'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης