whirl

SpeakerListen:
UK-RPScot
 /w3ːl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
whirl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (confused mental state) (μεταφορικά)μπέρδεμα, μπάχαλο ουσ ουδ
 After the excitement of the awards ceremony, my head was in a whirl.
a whirl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (busy scene) (μεταφορικά)μπέρδεμα, μπάχαλο ουσ ουδ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
whirl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in car)στροβιλισμός ουσ αρσ
  περιδήνηση ουσ θηλ
whirl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (turn around)στροβιλίζω, στριφογυρίζω, περιστρέφομαι ρ αμ
whirl vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (move in circle)περιστρέφω, γυρίζω, στριφογυρίζω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
a-whirl adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (spinning)που στριφογυρίζει επίθ
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 He set the music world a-whirl with his new hit song.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'whirl' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whirl στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whirl'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης