whirl

Listen:
 /wɜːl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
whirl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (spin, rotate)περιστρέφομαι ρ αμ
  γυρνάω, γυρνώ ρ αμ
  στροβιλίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)στριφογυρίζω, στριφογυρνάω ρ αμ
 The wheels of the bicycle whirled faster and faster as Dan sped down the hill.
whirl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (confused mental state)σύγχυση ουσ θηλ
  (΄΄εχω, νιώθω)μπέρδεμα, σάστισμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά)χάος ουσ ουδ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)νιανιά ουσ ουδ πλ
 After the excitement of the awards ceremony, my head was in a whirl.
a whirl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (quick succession) (γεγονότα, δραστηριότητες)σειρά από αλλεπάλληλου, σειρά από απανωτούς περίφρ
 The trip to New York was a whirl of meetings, with no time for sightseeing.
a whirl of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (busy scene) (μεταφορικά)χάος ουσ ουδ
  χαμός, πανικός ουσ αρσ
  (ανεπίσημο)αναμπουμπούλα ουσ θηλ
 The factory floor was a whirl of activity.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
whirl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (circle on water surface)δίνη ουσ θηλ
  στρόβιλος ουσ ατσ
  (ανεπίσημο)ρουφήχτρα ουσ θηλ
whirl [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spin, rotate)στριφογυρίζω ρ μ
 The man was whirling his hat nervously in his hands.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
go for a whirl v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (short car ride)μη διαθέσιμη μετάφραση
whirl around vi + adv (turn around, spin)γυρίζω από την άλλη περίφρ
 Ben whirled around to face his adversary.
whirl [sth/sb] around vtr + adv (move in a circle)στριφογυρίζω ρ μ
  (μόνο για αντικείμενο)κάνω κύκλους με κτ περίφρ
 The knight whirled his sword around his head.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'whirl' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whirl στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whirl'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: bite | noodle

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.