Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


whore:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

whore: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
whoren (prostitute) χυδαίοπουτάνα ουσ.θηλ.
 επίσημοπόρνη ουσ.θηλ.
 επίσημο, λόγιοιερόδουλη ουσ.θηλ.
 προσβλητικότσούλα ουσ.θηλ.
Don't go by 37th Street. That's where the whores look for customers.
Μην περάσεις απ' εκεί. Κάνουν πιάτσα οι πουτάνες.
* Έτσι όπως ήτανε ντυμένη, την πέρασε για πόρνη.
* Η συνέντευξη που πήρε από μια ιερόδουλη προκάλεσε αίσθηση.
* Τον τύλιξε η τσούλα!
Προτείνετε βελτιώσεις για το "whore".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'whore' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'whore'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad