whore

Listen:
 /hɔː/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
whore nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prostitute) (χυδαίο)πουτάνα ουσ θηλ
  (επίσημο)πόρνη ουσ θηλ
  (επίσημο, λόγιο)ιερόδουλη ουσ θηλ
 Don't go by 37th Street. That's where the whores look for customers.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μην περάσεις απ' εκεί. Κάνουν πιάτσα οι πουτάνες.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έτσι όπως ήτανε ντυμένη, την πέρασε για πόρνη.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η συνέντευξη που πήρε από μια ιερόδουλη προκάλεσε αίσθηση.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
whore viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (patronise prostitutes)πηγαίνω με πόρνες, πηγαίνω σε πόρνες, πηγαίνω σε οίκο ανοχής περίφρ
  (χυδαίο)πηγαίνω με πουτάνες, πηγαίνω στις πουτάνες περίφρ
  πηγαίνω σε μπουρδέλο περίφρ
 She divorced him because of his frequent whoring.
whore viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (to act as a prostitute)εκδίδομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)δουλεύω ως πόρνη, δουλεύω ως πουτάνα περίφρ
  πάω με πελάτες περίφρ
  (χυδαίο: επί πληρωμή)πηδιέμαι ρ αμ
Σχόλιο: Το «πηδιέμαι» δεν σημαίνει απαραίτητα πως γίνεται επί πληρωμή, μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί αν το νόημα γίνεται σαφές από τα συμφραζόμενα.
 Her pimp had her whoring seven nights a week.
 Ο νταβατζής της την έβαζε να εκδίδεται επτά νύχτες την εβδομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Collocations: whore around (with), vulgar: a [pretty, seasoned, teen, foreign, drunk, cheap, crack] whore, whore yourself for [money, a living], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whore στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whore'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: desk | mount

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.