WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Κύριες Μεταφράσεις
whore n (prostitute) χυδαίοπουτάνα ουσ.θηλ.
 επίσημοπόρνη ουσ.θηλ.
 επίσημο, λόγιοιερόδουλη ουσ.θηλ.
 προσβλητικότσούλα ουσ.θηλ.
 Don't go by 37th Street. That's where the whores look for customers.
 Μην περάσεις απ' εκεί. Κάνουν πιάτσα οι πουτάνες.
 * Έτσι όπως ήτανε ντυμένη, την πέρασε για πόρνη.
 * Η συνέντευξη που πήρε από μια ιερόδουλη προκάλεσε αίσθηση.
 * Τον τύλιξε η τσούλα!
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'whore' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'whore'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.