wick

Listen:
 [ˈwɪk]


Σε αυτή τη σελίδα: wick, candlewick
Ο όρος 'wick' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'candlewick'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thread that is lit on a candle)φιτίλι ουσ ουδ
 Robert lit the wick of the candle.
 Ο Ρόμπερτ άναψε το φιτίλι του κεριού.
wick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thread that is lit in a lamp)φιτίλι ουσ ουδ
 Lucy lit the wick of the lamp.
 Η Λούσι άναψε το φιτίλι της λάμπας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
candlewick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embroidered fabric)ύφασμα σενίλ φρ ως ουσ ουδ
  σενίλ ουσ ουδ άκλ
candlewick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chenille, soft embroidery yarn)σενίλλη ουσ θηλ
  νήμα σενίλ φρ ως ουσ ουδ
  σενίλ ουσ ουδ άκλ
candlewick n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (embroidered with chenille yarn)από σενίλλη περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
wick | candlewick
ΑγγλικάΕλληνικά
candlewick,
wick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(thread that is lit on a candle)φυτίλι ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wick' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [lighter, candle, lamp] wick, a [cotton, hemp] wick, wicks for [candles, lighters], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wick στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wick'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης