wicked

Listen:
 [ˈwɪkɪd]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wicked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mean, evil)κακός, μοχθηρός επίθ
  κακοήθης επίθ
  (πιο έντονο)διαβολικός, σατανικός επίθ
  (ανεπίσημο)κακιασμένος μτχ πρκ
 The wicked child tormented the kitten.
 Το σατανικό παιδί βασάνισε το γατάκι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wicked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (extremely good) (αργκό, χυδαίο)γαμάτος επίθ
  (καθομιλουμένη)απίστευτος, απίθανος επίθ
  (μτφ, ανεπ: αναπάντεχος)διαβολικός, σατανικός επίθ
 You got the job? That's wicked! Audrey has some wicked new shoes.
wicked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (playfully mischievous)σατανικός, διαβολικός επίθ
  πονηρός επίθ
 David gave Nina a wicked grin.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wicked' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a wicked [stepmother, witch, villain, leader, man, parent, teacher], that was such a wicked thing to [say, do], stop being so wicked to (your sister)!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wicked στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wicked'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: sly | lush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης