WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wickedness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evil) (ανάλογα με την περίσταση)μοχθηρία, κακία ουσ θηλ
  διαφθορά ουσ θηλ
  αχρειότητα ουσ θηλ
  ανομία ουσ θηλ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wickedness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mischievousness)πονηριά ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)κατεργαριά ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wickedness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wickedness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wickedness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης