Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


wild:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

wild: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
wildadj (untamed) ζώο, φυτόάγριος επίθ.
Tigers are wild animals.
Οι τίγρεις είναι άγρια ζώα.
Πήγε να μαζέψει άγρια μανιτάρια.
wildadj (uncivilized) τόποςάγριος επίθ.
 τραχύς, δύσβατος επίθ.
 καθομιλουμένηκακοτράχαλος επίθ.
Note: τραχύς, -ιά, -ύ
The Wild West could be a dangerous place.
Η άγρια Δύση κρύβει πολλούς κινδύνους.
* Οι περιοχές στο εσωτερικό της χώρας είναι τραχιές (or: δύσβατες).
* Ο μόνος δρόμος που υπήρχε ήταν κακοτράχαλος κι ανηφορικός.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "wild".
Σύνθετοι Τύποι:
be wild about sbv informal (love sb passionately)είμαι τρελός για, είμαι παλαβός για ρ.αμ.
be wild about sthv informal (like sth intensely)είμαι τρελός για, είμαι παλαβός για ρ.αμ.
wild and woollyadj US (uncivilized, lawless)άναρχος επίθ.
wild goose chasen figurative (search for sth unobtainable)κυνήγι χίμαιρας ουσ.ουδ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'wild' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'wild'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad