wrist watch


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wristwatch,
wrist-watch,
wrist watch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(timepiece worn on the wrist)ρολόι χειρός φρ
 This wristwatch is old, but it is still accurate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wrist watch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wrist watch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clear | tie

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.