xylophone

Listen:
 /ˈzaɪləˌfəʊn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
xylophone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (percussion instrument with wooden bars) (μουσικό όργανο)ξυλόφωνο ουσ ουδ
 The children are learning how to play a tune on the xylophone.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'xylophone' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση xylophone στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'xylophone'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.