yes

Listen:
 [ˈjɛs]


Σε αυτή τη σελίδα: yes, answer yes

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yes interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (showing acceptance, agreement, etc.) (κατάφαση)ναι επιφ
 Will you marry me? Yes!
 Θα με παντρευτείς; Ναι!
yes interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (affirmative reply to negation)ναι επίφ
 "Surely you're not going to wear that in public?" "Yes, I am!"
 «Αυτό δεν θα το φορέσεις έξω, ε;» «Ναι!»
yes interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (used to seek confirmation)σωστά επίρ
  ναι επίφ
  (καθομιλουμένη)ε επίφ
 You're the child's mother, yes?
 Είσαι η μητέρα του παιδιού, σωστά;
 Είσαι η μητέρα του παιδιού, ναι;
 Είσαι η μητέρα του παιδιού, ε;
yes interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (answering door, etc.)εμπρός επίφ
  ναι επίφ
  (στο τηλέφωνο)ορίστε, παρακαλώ επίφ
 Yes, who is it?
 Εμπρός, ποιος είναι;
yes interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (scream of joy)ναι επιφ
  (αργκό)γιες επιφ
 Yes! We scored!
 Ναι! Σκοράραμε!
yes nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (affirmative reply)ναι ουσ ουδ άκλ
 He gave a firm 'yes' to the question.
 Απάντησε στην ερώτηση με ένα εμφατικό «ναι».
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yes viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (say yes)συμφωνώ ρ αμ
  λέω ναι περίφρ
 I was only half-listening to my mother on the phone; I just tried to yes and no in all the right places.
yes [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (agree with [sb])συμφωνώ με κπ ρ αμ + προθ
  λέω ναι σε κπ περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
yes | answer yes
ΑγγλικάΕλληνικά
answer yes,
answer "yes"
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(confirm [sth])επιβεβαιώνω ρ μ
  απαντάω θετικά ρ μ + επίρ
 The defendant answered yes to the judge's questions about his identity.
answer yes,
answer "yes"
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(give your consent)απαντώ καταφατικά ρ αμ + επίρ
  (καθομιλουμένη)λέω ναι περίφρ
 The patient answered "yes" when asked if he agreed to the procedure being carried out.
Hell,
yes
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
slang (Emphatically yes) (αργκό, ανεπίσημο)όπως και δήποτε, όπως + δήποτε έκφρ
  (καθομιλουμένη)εννοείται πως ναι έκφρ
oh yes! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing sudden recall)α, ναι! επιφ
  ναι! επιφ
 Oh yes! Now I remember who you're talking about.
oh yes! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing confirmation)ω, ναι!, α, ναι! επιφ
  ναι! επιφ
 Oh yes! That will do nicely! Do I love chocolate? Oh yes, I certainly do!
say yes v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (consent, agree)δέχομαι, αποδέχομαι ρ αμ
  λέω «ναι» περίφρ
say yes to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (consent to [sth](κάτι)δέχομαι, αποδέχομαι ρ μ
  (σε κάτι)λέω «ναι» περίφρ
say yes to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give [sb] consent) (σε κάποιον)λέω «ναι» περίφρ
  δίνω την έγκρισή μου περίφρ
  συμφωνώ ρ αμ
 The boss wouldn't let Wendy do that project, but when I asked, he said yes to me.
 Ο εργοδότης δεν άφησε τη Γουέντι να ασχοληθεί με εκείνο το πρότζεκτ, αλλά όταν το ζήτησα εγώ, αυτός έδωσε την έγκρισή του.
say yes v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accept an invitation)δέχομαι ρ αμ
  λέω «ναι» περίφρ
 I didn't really want to go but I said yes just to keep her happy.
say yes to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accept [sb]'s invitation) (σε κάποιον)λέω «ναι» περίφρ
  (κάτι)αποδέχομαι, δέχομαι ρ μ
say yes v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (confirm [sth])επιβεβαιώνω ρ μ
 I asked the teacher if my answer was right and she said yes.
 Ρώτησα τη δασκάλα εάν η απάντησή μου ήταν σωστή, κι αυτή το επιβεβαίωσε.
Yes we can! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US (Obama's presidential campaign slogan)Ναι, μπορούμε! επιφ
yes-man,
yes man,
plural: yes-men,
yes men
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (person who always agrees with superiors)οσφυοκάμπτης ουσ αρσ
  (αργκό)μαλιστάκιας ουσ αρσ
Yes,
please
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(expressing polite acceptance)Ναι, παρακαλώ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'yes' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a yes in [response, reply], a yes [vote, motion, answer], a (simple) yes or no will [do, suffice], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση yes στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'yes'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης