yesteryear

Listen:
 /ˈjɛstəˌjɪə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
yesteryear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (times gone by, the past)παρελθόν ουσ ουδ
 Tourists at the railway museum can enjoy a trip on one of the steam trains of yesteryear.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση yesteryear στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'yesteryear'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.