yesteryear

 /ˈjestəˈjɪəʳ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
yesteryear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (times gone by, the past)παρελθόν ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση yesteryear στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'yesteryear'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης