Ο όρος 'yield to' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'yield'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (let other traffic pass)δίνω προτεραιότητα περίφρ
 You must yield at this intersection to let other traffic pass.
 Πρέπει να δώσεις προτεραιότητα σε αυτήν τη διασταύρωση και να αφήσεις το άλλο ρεύμα να περάσει.
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give way, submit) (παραδίνομαι)υποκύπτω ρ αμ
 He yielded to the pressure of the others and changed the channel.
 Υπέκυψε στην πίεση των άλλων και άλλαξε κανάλι.
yield nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount produced) (παραγωγή)σοδειά ουσ θηλ
  (επίσημο)απόδοση ουσ θηλ
 The yield this year was outstanding for corn farmers.
 Η σοδειά ήταν εκπληκτική φέτος για τους παραγωγούς καλαμποκιού.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η φετινή απόδοση των χωραφιών ήταν η καλύτερη της τελευταίας δεκαετίας.
yield nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: amount of gain)απόδοση ουσ θηλ
 The yield on these bonds is 3%.
 Η απόδοση αυτών των ομολόγων είναι 3%.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (bend under pressure)λυγίζω ρ αμ
 You could see the steel beam yielding under the great weight of the building.
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (agriculture: produce)αποδίδω ρ αμ
  έχω απόδοση ρ έκφρ
 This farm yielded very well this year.
yield,
yield to [sb]
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(allow to speak)δίνω τον λόγο σε κπ περίφρ
 I yield to the esteemed senator from Colorado.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (surrender)παραδίδω ρ μ
 The army yielded its weapons to the enemy.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (admit another's superiority)αποσύρω ρ μ
  ανακαλώ ρ μ
 I have to yield my argument. You are right.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (agriculture: produce)παράγω ρ μ
  αποδίδω, αποφέρω ρ μ
 The farm yielded a good crop of potatoes.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (finance: produce)αποδίδω, αποφέρω ρ μ
 The investment yielded a strong return.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
crop yield nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agricultural output)απόδοση καλλιέργειας φρ ως ουσ θηλ
  γεωργική απόδοση επίθ + ουσ θηλ
  απόδοση σοδειάς φρ ως ουσ θηλ
high-yield,
high yield
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(finance: giving large return)υψηλής απόδοσης φρ ως επίθ
  (ζαργκόν: οικονομικά)high-yield επίθ άκλ
Σχόλιο: hyphen omitted when term is an adjective after a noun
high-yield,
high yield
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(crops: producing bountifully)αποδοτικός επίθ
  υψηλής απόδοσης φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
yield curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: a graph showing yield of securities with different maturity dates) (χρηματοοικονομικά)καμπύλη αποδοσης φρ ως ουσ θηλ
yield loss nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: decrease in profit from investments) (χρηματοοικονομικά)απώλεια απόδοσης φρ ως ουσ θηλ
yield loss nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agriculture: crop loss) (γεωργία)απώλεια σοδειάς φρ ως ουσ θηλ
yield management nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: adapting price to consumer response to increase average earnings) (χρηματοοικονομικά)διαχείριση απόδοσης φρ ως ουσ θηλ
yield rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: return as percentage of total investment) (χρηματοοικονομικά)ποσοστό απόδοσης φρ ως ουσ ουδ
yield trends nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (finance: fluctuations in percentage paid on investments)τάσεις απόδοσης φρ ως ουσ θηλ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'yield to' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση yield to στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'yield to'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: sly | lush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης