WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
you'll contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." colloquial, abbreviation (you will)θα περίφρ
  (κατά λέξη)εσύ θα περίφρ
 If you turn down this job offer, you'll regret it.
 Αν απορρίψεις αυτή την πρόταση για δουλειά, θα το μετανιώσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση you'll στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'you'll'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης