Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


yours:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK
your  yours  
your: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
youradj (possessive of you) ενικόςσου αντων.
 πληθυντικόςσας αντων.
Note: Γενική της αντωνυμίας εσύ, συ.
Is that your dog?
Αυτός είναι ο σκύλος σου;
Αυτός είναι ο σκύλος σας;
Προτείνετε βελτιώσεις για το "your".
Σύνθετοι Τύποι:
act your agev informal (behave in a mature way)φέρομαι κατά πως πρέπει στην ηλικία μου έκφρ.
catch your breathv literal (pause to breathe)παίρνω ανάσα, ανασαίνω, αναπνέω ρ.αμ.
catch your breathv figurative (pause, take a break) μεταφορικάπαίρνω ανάσα, ανασαίνω, αναπνέω ρ.αμ.
direct your attention to sthv (cause you to notice sth)σου εφιστώ την προσοχή σε έκφρ.
do your bestv (try your hardest) προσπάθησε όσο πιο σκληρά μπορείςκάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, δώσε τον καλύτερο εαυτό σου, δώσε τα όλα έκφρ., προστ.
do your bitv (play your part, contribute)κάνε το χρέος σου, κάνε το καθήκον σου έκφρ., προστ.
do your dutyv (fulfil your responsibilities) εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις σουκάνε το χρέος σου, κάνε το καθήκον σου έκφρ., προστ.
do your partv (do your bit, contribute)κάνε το χρέος σου, κάνε το καθήκον σου έκφρ., προστ.
don't hold your breathinterj informal (do not expect sth immediately)μην κάνεις όρεξη έκφρ.
eat your fillv (eat until sated)φάε όσο θες, φάε μέχρι να χορτάσεις περιφρ.
eat your heart outinterj slang (be envious of my achievement) ζήλεψε τα κατορθώματά μου, καθομιλουμένηφάε τα λυσσακά σου έκφρ.
 καθομιλουμένηλύσσα, ψόφα επιφ.
eat your wordsv figurative (be proven wrong)ανακαλώ ρ.μετ.
 καθομιλουμένηπαίρνω πίσω τα λόγια μου έκφρ.
edge your wayvi (move along slowly or gradually)προχωράω αργά, προχωράω σταδιακά περιφρ.
get sth out of your mindv (stop thinking about sth) σταμάτα να σκέφτεσαι κάτιβγάλε κάτι από το μυαλό σου έκφρ.
get your hopes upv (be optimistic or excited)παίρνω ελπίδα έκφρ.
get your money's worthv (receive full value) καθομιλουμένηπιάνουν τόπο τα λεφτά σου έκφρ.
give sb your two centsv US, figurative (tell sb your opinion)λέω τη γνώμη μου έκφρ.
keep your chin upinterj informal (maintain your morale)κρατάω ψηλά το κεφάλι, κρατάω ψηλά το ηθικό έκφρ.
Note: κρατάω: επίσης: κρατώ (συνηρ.)
keep your coolv (remain calm) παραμένω ήρεμοςκρατάω την ψυχραιμία μου έκφρ.
know your stuffv (be an expert)ξέρω τι λέω, ξέρω για τι πράγμα μιλάω περίφρ.
lose your headv figurative (become overexcited) ενθουσιάζομαι υπερβολικά, μεταφορικάχάνω το μυαλό μου, χάνω τα μυαλά μου έκφρ.
lose your temperv (get angry) θυμώνωχάνω την ψυχραιμία μου έκφρ.
make the most of your timev (use time wisely) χρησιμοποίησε τον χρόνο σου με σύνεσηαξιοποίησε τον χρόνο σου έκφρ., προστ.
make up your mindv (make a firm decision)αποφασίζω ρ.αμ.
make your bedv literal (arrange bedclothes neatly)στρώνω το κρεβάτι μου περίφρ.
make your bedv figurative (create your own circumstances) μεταφορικάόπως έστρωσες θα κοιμηθείς παροιμία
make your casev (give justification for sth)στηρίζω τη θέση μου περίφρ.
make your choicev (decide)διάλεξε, αποφάσισε ρ.μετ.,προστ.
make your markv (have an impact)άφησε το στίγμα σου, άφησε το σημάδι σου έκφρ., προστ.
make your pointv (express what you think)φτάσε στο δια ταύτα έκφρ.
 καθομιλουμένημπες στο ζουμί, μπες στο ψητό έκφρ.
make your voice heardv literal (speak loudly and audibly) κυριολεκτικάμίλα δυνατά περίφρ.,προστ.
make your voice heardv figurative (share your opinion) μεταφορικάάσε τη φωνή σου να ακουστεί, κάνε τη φωνή σου να ακουστεί περίφρ.
mind your own businessinterj informal (the matter doesn't concern you)να κοιτάς τη δουλειά σου, κοίτα τη δουλειά σου, μην ανακατεύεσαι, μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνο έκφρ.,επιφ.
of your own free willadv (out of choice) επίσημο, αρχαϊκόμε ιδία βούληση εμπρ.
off the top of your headadv informal, figurative (spontaneously, improvising)σαν πρώτη γνώμη, σαν πρώτη άποψη έκφρ.
open your eyes tovtr (become aware of)άνοιξε τα μάτια σου σε έκφρ.
open your mind tovtr (accept the possibility of)βγάζω τις παρωπίδες έκφρ.
Βγάλε τις παρωπίδες και σκέψου την πιθανότητα να κάνεις λάθος.
play your cardsv informal, figurative (behave strategically)παίζω σωστά τα χαρτιά μου έκφρ.
play your partv (make a contribution)παίζω τον ρόλο μου ρ.μετ.
prove your pointv (show that one is correct)επαληθεύω, αποδεικνύω ρ.μετ.
put all your eggs in one basketv proverb (rely on a single plan)μην εναποθέτεις όλες σου τις ελπίδες σε ένα πράγμα μόνο έκφρ.
put your best foot forwardv figurative (do the best you can)κάνω ότι καλύτερο μπορώ ρ.μετ.
put your best foot forwardv figurative (make a good impression)κάνω καλή εντύπωση ρ.μετ.
put your foot downv (accelerate, drive faster)επιταχύνω, αναπτύσσω ταχύτητα ρ.μετ.
 καθομιλουμένηγκαζώνω ρ.μετ.
put your foot downv figurative (insist on sth)επιμένω ρ.αμ.
put your trust invtr (have faith in)εμπιστεύομαι, δείχνω εμπιστοσύνη ρ.αμ.
recharge your batteriesv figurative (have a rest) ξεκουράζομαιφορτίζω, γεμίζω τις μπαταρίες ρ.μετ.
refresh your memoryv (revise or review sth learnt)θυμάμαι ρ.αμ.
roll up your sleevesv figurative (prepare for manual work)ανασκουμπώνομαι ρ.αμ.
 σηκώνω τα μανίκια μου ρ.μετ.
roll up your sleevesv figurative (prepare to make an effort)ανασκουμπώνομαι ρ.αμ.
 σηκώνω τα μανίκια μου ρ.μετ.
roof over your headn (place to live) μεταφορικάένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου ουσ.ουδ.
save your breathinterj (don't bother saying anything)μη χάνεις τα λόγια σου!, μην χαλάς το σάλιο σου! έκφρ.
save your breathinterj (discussing it is useless)μη χάνεις τα λόγια σου!, μην χαλάς το σάλιο σου! έκφρ.
see with your own eyesv informal (witness at first hand)δες το με τα μάτια σου, δες και μόνος σου έκφρ.
set your sights onvtr (aim or intend to do sth)αποσκοπώ, επιδιώκω, αποβλέπω ρ.μετ.
shut your mouthinterj slang (stop talking)σκάσε! Βούλωστο! Βγάλε τον σκασμό! Ράψτο! Κλείστο! επίφ.
snap your fingersv (click one's fingers to summon sb) μεταφορικάχτυπώ τα δάχτυλα ρ.μετ.
stake your claimv (assert your right to sth)κατοχυρώνω ρ.μετ.
state your casev (give your opinion)δώσε την γνώμη σου, την άποψη σου ρ.μετ.
take the law into your own handsv (act as a vigilante)παίρνω τον νόμο στα χέρια μου ρ.μετ.
take your word forvtr (believe you about)πιστεύω τα λόγια σου ρ.μετ.
to your fingertipsadv (completely, in your essence) μεταφορικάπαίζω κάτι στα δάχτυλα έκφρ.
to your healthinterj (toast: cheers)στην υγειά σου έκφρ.
turn your back onvtr (abandon, reject)εγκαταλείπω, αφήνω, παρατάω ρ.μετ.
up your alleyadj slang (the sort of thing you like)της προτίμησης σου ουσ.θηλ.
 του γούστου σου ουσ.ουδ.
watch your weightv figurative, informal (try not to get fatter)προσέχω το βάρος μου ρ.μετ.
within your graspadj (attainable)εφικτός, επιτεύξιμος, κατορθωτός επίθ.
within your graspadv (close enough to reach)κατορθωτά, επιτεύξιμα, εφικτά επίρ.
your duen (sth you are entitled to)κεκτημένο ουσ.ουδ.

yours: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
yoursadv (ending letter)δικός σας αντων.
yourspron (possessive of you)σου αντων.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "yours".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'yours' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'yours'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad