Βλάχος

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'Βλάχος'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
bumpkin n pejorative (simple country person)  (υποτιμητικό)βλάχος ουσ.αρ.
  βλαχαδερό ουσ.ουδ.
farmer n pejorative, figurative (yokel)  (μεταφορικά, μειωτικό)βλάχος, μπουρτζόβλαχος ουσ.αρ.
  βλαχαδερό ουσ.ουδ.
hick n slang (simple country person)  (υποτιμητικό)χωριάτης, βλάχος ουσ.αρ.
hick adj (rural and unsophisticated)χωριάτης, βλάχος επίθ.
Note: ουσιαστικά σε θέση επιθέτου
yokel n insulting (peasant, countrydweller)  (προσβλητικό)χωρικός ουσ.αρσ.
   (καθομιλουμένη)βλάχος, μπουρτζόβλαχος ουσ.αρσ.
hillbilly n US, informal, pejorative (mountain dweller in southern US)  (ΗΠΑ, υποτιμητικό, αργκό)βλάχος, μπουρτζόβλαχος ουσ.αρσ.
rube n US, slang (rustic person)  (καθομ, μειωτικό)χωριάτης, βλάχος ουσ αρσ
  χωριάτα, βλάχα ουσ θηλ
  αγροίκος επίθ ως ουσ
country bumpkin n slang, pejorative (peasant: simple, unsophisticated person)  (αργκό,υποτιμητικό)χωριάτης,βλάχος ουσ.αρσ.
 She's a real country bumpkin who doesn't know anything about the city or public transport.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'Βλάχος' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'Βλάχος'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.