Βλάχος


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
bumpkin n pejorative (simple country person) (υποτιμητικό)βλάχος ουσ αρσ
  βλαχαδερό ουσ ουδ
hick n US, slang (simple country person)χωριάτης, χωριάτα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (υποτιμητικό: χωρικός)βλάχος, βλάχα ουσ αρσ, ουσ ηλ
  (προσβλητικό)καράβλαχος, καραβλάχα ουσ αρσ, ουσ ηλ
  μπουρτζόβλαχος, μπουρτζοβλάχα ουσ αρσ, ουσ ηλ
yokel n pejorative (peasant, countrydweller) (ενίοτε αποδοκιμασίας)χωριάτης ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, προσβλητικό)βλάχος, μπουρτζόβλαχος ουσ αρσ
 Sir Richard offended the villagers by describing them as a bunch of yokels.
hillbilly n US, informal, pejorative (mountain dweller in southern US) (ΗΠΑ, υποτιμητικό, αργκό)βλάχος, μπουρτζόβλαχος ουσ αρσ
 Andy was not ashamed that he was a hillbilly, and set out to change the negative perception of Southerners.
rube n US, slang (rustic person) (καθομιλουμένη, μειωτικό)βλάχος, βλάχα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  χωριάτης, χωριάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  βλαχαδερό ουσ ουδ
country bumpkin n slang, pejorative (person: rustic) (αργκό, υποτιμητικό)χωριάτης, βλάχος ουσ αρσ
 She's a real country bumpkin: she's never even lived in a small town.
baboon n slang, pejorative, figurative (uncultured person) (μειωτ: ακαλλιέργητος)μπουρτζόβλαχος, βλάχος, κάφρος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Βλάχος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Βλάχος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.