NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'άρση'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
abrogation n (abolishment, ending of [sth])κατάργηση ουσ θηλ
  άρση ουσ θηλ
  ακύρωση ουσ θηλ
obviation n (elimination of the need for [sth](επίσημο)άρση ουσ θηλ
lift n (act of raising)σήκωμα ουσ ουδ
  (επίσημο)ανύψωση, άρση ουσ θηλ
 With a lift of the hand, the leader signalled that he was ready.
 Με μια άρση (or: ανύψωση του χεριού), ο ηγέτης υπέδειξε ότι ήταν έτοιμος.
weightlifting n (sport: lifting weights) (άθλημα)άρση βαρών ουσ.θηλ.
repeal n (law: withdrawal) (νόμου, ψηφίσματος κτλ.)ανάκληση, ακύρωση, κατάργηση, άρση ουσ.θηλ.
 Pressure groups are lobbying for a repeal of the law.
 Κάποιες ομάδες ασκούν πιέσεις για την κατάργηση του νόμου.
revocation n (annulment)ανάκληση, άρση, κατάργηση ουσ.θηλ.
declassification n (removal of top secret status) (εγγράφου ως απορρήτου)αποχαρακτηρισμός ουσ αρσ
  άρση απορρήτου φρ ως ουσ θηλ
desegregation n (integration, multiculturalism)άρση φυλετικού διαχωρισμού, εξάλειψη φυλετικού διαχωρισμού φρ ως ουσ θηλ
  (συνύπαρξη φυλών)πολυπολιτισμικότητα ουσ ουδ
disestablishment n (cancelling or undoing of [sth])κατάργηση ουσ θηλ
  ακύρωση ουσ θηλ
  (για εκκλησία)άρση της αναγνώρισης απο το κράτος φρ ως ουσ θηλ
weight lifting n (sport: competition to lift barbells)άρση βαρών ουσ.θηλ.
 Hoskins is in training for the Olympic weight lifting competition.
weight lifting n (exercise: training with weights)άρση βαρών ουσ.θηλ.
 Weight-lifting builds muscle and strengthens your heart.
lift weights v expr (exercise: do weight training)σηκώνω βάρη, κάνω άρση βαρών ρ.μετ.
 I go running and lift weights four times a week.
lift weights v expr (sport: do weight lifting)κάνω άρση βαρών περίφρ
 He lifts weights competitively. When they lift weights, weight-lifters wear a belt to protect their back and kidneys.
 Κάνει άρση βαρών σε αγωνιστικό επίπεδο.
weight training n (lifting barbells for fitness)άρση βαρών ουσ.θηλ.
  (καθομιλουμένη)βάρη ουσ.ουδ.πλ.
 He stays in shape by running and doing weight training.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'άρση' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'άρση'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.