έναυσμα


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
stimulus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] stimulating action) (κάτι που προκαλεί δράση)ερέθισμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά)κίνητρο, έναυσμα ουσ ουδ
 The new policy was a stimulus for exports.
sparking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of prompting, initiating) (μεταφορικά)σπίθα ουσ θηλ
  έναυσμα, εναρκτήριο λάκτισμα ουσ ουδ
 The sparking of ideas is not one of Lily's talents; she's just not very creative.
firelighter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flammable substance used to ignite a fire)προσάναμμα ουσ ουδ
  έναυσμα ουσ ουδ
tinder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sets off a reaction)έναυσμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά)αυτό που πυροδοτεί κτ περίφρ
 The actor's angry tirade became tinder for the media's attacks on him.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
trigger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (provocation)έναυσμα ουσ ουδ
 The trigger for the war was the assassination of the archduke.
signal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to start)σήμα ουσ ουδ
  (λόγιος)έναυσμα ουσ ουδ
 The competitors in the race waited for the starter's signal.
spark nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (thing that leads to [sth])έναυσμα ουσ ουδ
 The arrest of the protester was the spark that started a global movement.
the engine of [sth],
an engine for [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (stimulus) (για κάτι)έναυσμα ουσ ουδ
  (μτφ: με γενική ή για κτ)μοχλός ουσ αρσ
 This latest government policy is likely to prove the engine of the party's destruction.
signal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (incitement to action)έναυσμα ουσ ουδ
 Rising food prices were a signal for rebellion among the people.
goad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (spur to action)έναυσμα ουσ ουδ
 The stack of dirty dishes toppling over was the goad that prompted Michael to wash them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
give rise to [sth] lift (cause)προκαλώ, προξενώ ρ μ
  δίνω έναυσμα, αποτελώ έναυσμα ρ έκφρ
  πυροδοτώ ρ μ
 The lack of food gave rise to riots.
goad [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (prompt, spur to do) (κάποιον να κάνει κάτι)ωθώ ρ μ
  (σε κάποιον να κάνει κάτι)δίνω το έναυσμα φρ
 The sudden decline in sales goaded the manager to take action.
stimulate [sb] to do [sth],
stimulate [sb] into doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(encourage)δίνω έναυσμα σε κπ να κάνει κτ περίφρ
  δίνω ερέθισμα σε κπ να κάνει κτ περίφρ
  ωθώ κπ στο να κάνει κτ περίφρ
 The film stimulated the students into asking questions.
trigger vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (set in motion, provoke)πυροδοτώ ρ μ
  αποτελώ έναυσμα περίφρ
  προκαλώ, προξενώ ρ μ
 The assassination of the archduke triggered the war.
 Η δολοφονία του αρχιδούκα πυροδότησε τον πόλεμο.
 Η δολοφονία του αρχιδούκα αποτέλεσε έναυσμα για την έκρηξη του πολέμου.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα σχόλιά του προκάλεσαν (or: προξένησαν) θύελλα διαμαρτυριών στο συνέδριο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση έναυσμα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'έναυσμα'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ bit

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης