αδύναμος


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
αδύναμος weak
  feeble
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
weak adj (unable to exert force)αδύναμος επίθ
 I am too weak to push this heavy trolley.
 Είμαι πολύ αδύναμος για να σπρώξω αυτό το βαρύ καρότσι.
weak adj (unable to resist force)αδύναμος επίθ
 She was too weak to withstand his pushing.
weak adj (lacking health) (όχι υγιής)αδύναμος επίθ
 She was so weak from her illness that she couldn't stand up.
 Ήταν τόσο αδύναμη από την αρρώστια που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της.
weak adj (lacking moral force, cowardly) (δειλός)αδύναμος επίθ
 You shouldn't be so weak. You should speak up when you see something wrong.
 Δεν πρέπει να είσαι τόσο αδύναμος. Πρέπει να λες τη γνώμη σου όταν βλέπεις ότι κάτι δεν είναι σωστό.
weak adj (lacking mental force)αδύναμος επίθ
  αδύναμος χαρακτήρας φρ ως επίθ
 I'm weak. I can't resist eating more ice cream.
weak adj (lacking intensity)μικρής έντασης φρ ως επίθ
  αδύναμος επίθ
 While we expected an intense storm, it turned out to be weak.
weak adj (phonetics: unstressed)αδύναμος επίθ
 The last syllable is weak and the first syllable is stressed.
thin adj figurative (argument: weak)αδύναμος επίθ
 Her argument was thin and failed to convince anybody.
feeble adj (argument, reasoning) (επιχείρημα)αδύναμος επίθ
 The politician's feeble argument did not convince voters.
wobbly adj (person: shaky, weak)αδύναμος επίθ
  αυτός που παραπαίει ή τρικλίζει περίφρ
 She said she was feeling wobbly and needed to sit down.
 Είπε ότι αισθανόταν αδύναμη και ότι χρειαζόταν να καθήσει.
wan adj (action: feeble)αδύναμος επίθ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)ξεψυχισμένος μτχ πρκ
 Roger clearly wasn't happy, but made a wan attempt to smile.
tenuous adj (argument, claim: weak) (μεταφορικά)αδύναμος επίθ
  σαθρός επίθ
weakling n (physically feeble person)αδύναμος ουσ αρσ
Σχόλιο: ουσιαστικοποιημένο επίθετο
weedy adj informal (person: puny, weak) (μεταφορικά)αδύναμος επίθ
wimpy adj informal (puny, weak)αδύναμος επίθ
 He is a wimpy man who just does what anybody tells him to do.
dickey,
dicky
adj
UK, slang (heart, stomach: unwell) (άνθρωπος)αδιάθετος επίθ
  (όργανο σώματος)αδύναμος επίθ
soft adj figurative (currency: not convertible)μαλακός, αδύναμος επίθ
 Soft currencies are not used in international trade.
faint adj (effort) (προσπάθεια)ασθενικός, αδύναμος, άτολμος επίθ
faint adj (memory) (μνήμη)ασθενικός, αδύναμος, αμυδρός επίθ
  (μεταφορικά)ξεθωριασμένος μτχ.
feeble adj (weak, old)ασθενής, ασθενικός, αδύναμος επίθ
  εξασθενημένος μτχ.
 The feeble old horse slowly wandered across the pasture.
feeble adj (weak: temporarily)ασθενής, ασθενικός, αδύναμος επίθ
  εξασθενημένος μτχ.
 Jim was feeling feeble after having the flu.
feeble excuse n (not convincing) (δικαιολογία)κακός, αδύναμος, ανεπαρκής επίθ
 Ben offered a feeble excuse when his mom asked him why he was home so late.
frail adj (person) (άτομο: υγεία)αδύναμος, ασθενικός επίθ
  (εμφάνιση)ντελικάτος επίθ
glimmer n (light) (φως)αμυδρός, τρεμάμενος, αχνός, αδύναμος επίθ
  αναλαμπή ουσ θηλ
 Jared saw a glimmer of light through the curtains.
unable adj (can't) (που δεν έχει την ικανότητα)ανίκανος, αδύναμος, αδυνατών, ανήμπορος επίθ
 I would like to help you, but I'm unable.
unable adj (person) (που δεν έχει την ικανότητα)ανίκανος, αδύναμος, αδυνατών, ανήμπορος επίθ
 The boss despaired of ever being able to leave his unable employees unsupervised.
weakness n (being weak: [sb])αδύναμος, αποδυναμωμένος, εξασθενημένος επίθ
 Anna's weakness was due to the long illness she had suffered.
weakness n (being weak: [sth])αδύναμος, αποδυναμωμένος, εξασθενημένος επίθ
 The wall's weakness eventually led to its collapse.
powerless adj (person: helpless)ανίσχυρος, αδύναμος επίθ
 We all felt powerless during the hurricane.
 Όλοι νιώσαμε ανίσχυροι (or: αδύναμοι) κατά τη διάρκεια της θύελλας.
powerless adj (lacking authority) (μεταφορικά)ανίσχυρος, αδύναμος επίθ
 The mayor said she was powerless without the support of the police.
 Η δήμαρχος είπε ότι ήταν ανίσχυρη (or: αδύναμη) χωρίς την υποστήριξη της αστυνομίας.
thinner adj (hair: less thick) (μαλλιά)πιο αραιός, πιο λεπτός, πιο αδύναμος επίθ
puny adj (person: weak, thin)αδύναμος, αδύνατος επίθ
  μικροκαμωμένος μτχ πρκ
impotent adj (powerless)ανίσχυρος, αδύναμος επίθ
  ανήμπορος επίθ
pushover n informal, figurative (person: weak)αδύναμος χαρακτήρας, ανίσχυρος χαρακτήρας επίθ + ουσ αρσ
flabby adj figurative (feeble, weak) (μεταφορικά)αδύναμος, υποτονικός, άτονος επίθ
flaccid adj (floppy)αδύναμος, υποτονικός, άτονος επίθ
 I dislike flaccid handshakes.
softy,
softie
n
informal (weak person)άτολμος, αδύναμος, άβουλος επίθ
toothless adj figurative (powerless, ineffectual) (μεταφορικά)αδύναμος, αναποτελεσματικός επίθ
anemic,
UK: anaemic
adj
US, figurative (feeble)ασθενικός, αδύναμος επίθ
  (μεταφορικά)αναιμικός επίθ
resistible adj (capable of being resisted)αντικρούσιμος επίθ
  (μεταφορικά)ανίσχυρος, αδύναμος, ανεπαρκής επίθ
thready adj (pulse: thin and weak) (σφυγμός)αδύναμος, ασθενής επίθ
  εξασθενημένος μτχ πρκ
barely audible adj (sound: very faint) (ήχος)εξασθενημένος, αδύναμος επίθ
 His voice over the telephone was barely audible.
very weak adj (having no strength)πολύ αδύναμος επίθ
 A bad attack of flu leaves a person very weak.
weak link n figurative (flaw in a process)αδύναμος κρίκος ουσ αρσ
 John's claustrophobia was the weak link in their plan to escape by tunnel. He was the weak link who brought down the whole team.
 Η κλειστοφοβία του Τζον ήταν ο αδύναμος κρίκος στα σχέδια τους να δραπετεύσουν από το τούνελ. Αυτός ήταν ο αδύναμος κρίκος που χαντάκωσε όλη την ομάδα.
poor at [sth] adj + prep (underachieving) (σε κάτι)κακός, αδύναμος επίθ
 He is very poor at maths.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αδύναμος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αδύναμος'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης