αδύναμος

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'αδύναμος'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
weak adj (unable to exert force)αδύναμος επίθ.
 I am too weak to push this heavy trolley.
 Είμαι πολύ αδύναμος για να σπρώξω αυτό το βαρύ καρότσι.
weak adj (lacking health) όχι υγιήςαδύναμος επίθ.
 She was so weak from her illness that she couldn't stand up.
 Ήταν τόσο αδύναμη από την αρρώστια που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της.
weak adj (lacking moral force, cowardly) δειλόςαδύναμος επίθ.
 You shouldn't be so weak. You should speak up when you see something wrong.
 Δεν πρέπει να είσαι τόσο αδύναμος. Πρέπει να λες τη γνώμη σου όταν βλέπεις ότι κάτι δεν είναι σωστό.
feeble adj (argument, reasoning) επιχείρημααδύναμος επίθ.
recede vi (chin: weak, not prominent) σαγόνιαδύναμος επίθ.
puny adj figurative (excuse: feeble, unconvincing) δικαιολογίααδύναμος επίθ.
weakling n (physically feeble person)αδύναμος ουσ.αρ.
Note: ουσιαστικοποιημένο επίθετο
weedy adj informal (person: puny, weak) μεταφορικάαδύναμος επίθ.
wimpy adj informal (puny, weak)αδύναμος επίθ.
faint adj (effort) προσπάθειαασθενικός, αδύναμος, άτολμος επίθ.
faint adj (memory) μνήμηασθενικός, αδύναμος, αμυδρός επίθ.
 μεταφορικάξεθωριασμένος μτχ.
feeble adj (weak, old)ασθενής, ασθενικός, αδύναμος επίθ.
 εξασθενημένος μτχ.
feeble adj (weak: temporarily)ασθενής, ασθενικός, αδύναμος επίθ.
 εξασθενημένος μτχ.
feeble excuse n (not convincing) δικαιολογίακακός, αδύναμος, ανεπαρκής επίθ.
frail adj (person) άτομο: υγείααδύναμος, ασθενικός επίθ.
 εμφάνισηντελικάτος επίθ.
glimmer n (light) φωςαμυδρός, τρεμάμενος, αχνός, αδύναμος επίθ.
 αναλαμπή ουσ.θηλ.
unable adj (can't) που δεν έχει την ικανότηταανίκανος, αδύναμος, αδυνατών, ανήμπορος επίθ.
unable adj (person) που δεν έχει την ικανότηταανίκανος, αδύναμος, αδυνατών, ανήμπορος επίθ.
weakness n (being weak: [sb])αδύναμος, αποδυναμωμένος, εξασθενημένος επίθ.
weakness n (being weak: [sth])αδύναμος, αποδυναμωμένος, εξασθενημένος επίθ.
wan adj (action: feeble) ενέργειαάτονος, εξασθενημένος, ασθενικός, αδύναμος επίθ.
powerless adj (person: unable)ανίσχυρος, αδύναμος, ανήμπορος επίθ.
powerless adj (person: helpless)ανίσχυρος, αδύναμος, ανήμπορος επίθ.
powerless adj (lacking authority) μεταφορικάανίσχυρος, αδύναμος, ανήμπορος επίθ.
thinner adj (hair: less thick) μαλλιάπιο αραιός, πιο λεπτός, πιο αδύναμος επίθ.
impotent adj (powerless)ανίσχυρος, αδύναμος, ανήμπορος επίθ.
pushover n (weak person) μεταφορικάαδύναμος, ανίσχυρος ουσ.αρ.
flabby adj figurative (feeble, weak) μεταφορικάαδύναμος, υποτονικός, άτονος επίθ.
flaccid adj (floppy)αδύναμος, υποτονικός, άτονος επίθ.
softy n (weak person)άτολμος, αδύναμος, άβουλος ουσ.αρ.
Note: ουσιαστικοποιημένο επίθετο
indistinct adj (sound: faint) ήχοςαμυδρός, αδύναμος, ακαθόριστος επίθ.
ineffectual adj (useless, powerless)αδύναμος, αβοήθητος επίθ.
feckless adj (ineffectual)ανίσχυρος, αδύναμος, ανεπαρκής επίθ.
toothless adj figurative (powerless, ineffectual) μεταφορικάαδύναμος, αναποτελεσματικός επίθ.
barely audible adj (sound: very faint) ήχοςεξασθενημένος, αδύναμος επίθ.
 His voice over the telephone was barely audible.
very weak adj (having no strength)πολύ αδύναμος επίθ.
 A bad attack of flu leaves a person very weak.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'αδύναμος' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'αδύναμος'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.