αδύναμος


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
αδύναμος weak
  feeble
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
weak adj (unable to exert force)αδύναμος επίθ
 I am too weak to push this heavy trolley.
 Είμαι πολύ αδύναμος για να σπρώξω αυτό το βαρύ καρότσι.
feeble adj (weak: temporarily)αδύναμος επίθ
  που αισθάνεται ατονία, που αισθάνεται αδυναμία περίφρ
 Jim was feeling feeble after having the flu.
frail adj (person: weak)αδύναμος επίθ
  που έχει εύθραυστη υγεία περίφρ
  ευπαθής, ευάλωτος επίθ
 A frail old man fell down outside the store and broke his hip.
puny adj (person: weak, thin)αδύναμος, αδύνατος επίθ
  μικροκαμωμένος μτχ πρκ
 The puny little boy couldn't even lift his sister.
tenuous adj (argument, claim: weak) (μεταφορικά)αδύναμος επίθ
  σαθρός επίθ
 Bill's accusation that Steven stole the gold was tenuous since there was no evidence.
flaccid adj (floppy)αδύναμος, υποτονικός, άτονος επίθ
 I dislike flaccid handshakes.
unsound adj (body: not healthy)ασθενικός, αδύναμος επίθ
 Joseph realized that he had bet on an unsound horse when he saw it limp.
wimpy adj informal (puny, weak)αδύναμος επίθ
 He is a wimpy man who just does what anybody tells him to do.
resistible adj (capable of being resisted)αντικρούσιμος επίθ
  (μεταφορικά)ανίσχυρος, αδύναμος, ανεπαρκής επίθ
thready adj (pulse: thin and weak) (σφυγμός)αδύναμος, ασθενής επίθ
  εξασθενημένος μτχ πρκ
barely audible adj (sound: very faint) (ήχος)εξασθενημένος, αδύναμος επίθ
 His voice over the telephone was barely audible.
weakling n (physically feeble person)αδύναμος ουσ αρσ
Σχόλιο: ουσιαστικοποιημένο επίθετο
weak adj (lacking health) (όχι υγιής)αδύναμος επίθ
 She was so weak from her illness that she couldn't stand up.
 Ήταν τόσο αδύναμη από την αρρώστια που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της.
feeble adj (weak, old)αδύναμος επίθ
  καχεκτικός επίθ
  ασθενικός επίθ
 The feeble old horse slowly wandered across the pasture.
wobbly adj (person: shaky, weak)που νιώθει αστάθεια περίφρ
  (πιο γενικά)αδύναμος επίθ
 She said she was feeling wobbly and needed to sit down.
 Είπε ότι αισθανόταν αδύναμη και ότι χρειαζόταν να καθίσει.
powerless adj (person: helpless)ανίσχυρος, αδύναμος επίθ
 We all felt powerless during the hurricane.
 Όλοι νιώσαμε ανίσχυροι (or: αδύναμοι) κατά τη διάρκεια της θύελλας.
diminished adj (reduced, lessened)αδυνατισμένος μτχ πρκ
  αδύναμος επίθ
 Becky was sad to see her once robust father become a diminished man as he aged.
rickety adj (person: old, feeble)αδύναμος επίθ
  (μεταφορικά)ετοιμόρροπος επίθ
 The rickety old man had difficulty with even the simplest tasks.
impotent adj (powerless)ανίσχυρος, αδύναμος επίθ
  ανήμπορος επίθ
 Herbert felt impotent when he couldn't save the drowning kitten.
flabby adj figurative (feeble, weak) (μεταφορικά)αδύναμος, υποτονικός, άτονος επίθ
weedy adj informal (person: puny, weak) (μεταφορικά)αδύναμος επίθ
toothless adj figurative (powerless, ineffectual) (μεταφορικά)αδύναμος, αναποτελεσματικός επίθ
 Everyone had high hopes for the new manager, but he's pretty toothless.
anemic,
UK: anaemic
adj
US, figurative (feeble)ασθενικός, αδύναμος επίθ
  (μεταφορικά)αναιμικός επίθ
dickey,
dicky
adj
UK, slang (heart, stomach: unwell) (άνθρωπος)αδιάθετος επίθ
  (όργανο σώματος)αδύναμος επίθ
weak adj (lacking moral force, cowardly) (δειλός)αδύναμος επίθ
 You shouldn't be so weak. You should speak up when you see something wrong.
 Δεν πρέπει να είσαι τόσο αδύναμος. Πρέπει να λες τη γνώμη σου όταν βλέπεις ότι κάτι δεν είναι σωστό.
limp adj (not rigid)μαλακός, χαλαρός, αδύναμος επίθ
  πλαδαρός επίθ
 Your handshake is too limp; a firm handshake is better for a job interview.
feeble adj (argument, reasoning)αδύναμος επίθ
  (μεταφορικά)φτωχός επίθ
 The politician's feeble argument did not convince voters.
wan adj (action: feeble)αδύναμος επίθ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)ξεψυχισμένος μτχ πρκ
 Roger clearly wasn't happy, but made a wan attempt to smile.
powerless adj (lacking authority) (μεταφορικά)ανίσχυρος, αδύναμος επίθ
 The mayor said she was powerless without the support of the police.
 Η δήμαρχος είπε ότι ήταν ανίσχυρη (or: αδύναμη) χωρίς την υποστήριξη της αστυνομίας.
weedy adj (voice, sound: thin, weak)αδύναμος επίθ
  χαμηλός επίθ
 The old lady spoke with a weedy voice.
lame adj (old, weak)ταλαιπωρημένος, πονεμένος μτχ πρκ
  αδύναμος επίθ
 Horace couldn't walk far anymore because of his lame back.
poor at [sth] adj + prep (underachieving) (σε κάτι)κακός, αδύναμος επίθ
 He is very poor at maths.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
soft adj figurative (currency: not convertible)μαλακός, αδύναμος επίθ
 Soft currencies are not used in international trade.
weak adj (unable to resist force)αδύναμος επίθ
 She was too weak to withstand his pushing.
weak adj (lacking mental force)αδύναμος επίθ
  αδύναμος χαρακτήρας φρ ως επίθ
 I'm weak. I can't resist eating more ice cream.
weak adj (lacking intensity)μικρής έντασης φρ ως επίθ
  αδύναμος επίθ
 While we expected an intense storm, it turned out to be weak.
weak adj (phonetics: unstressed)αδύναμος επίθ
 The last syllable is weak and the first syllable is stressed.
thin adj figurative (argument: weak)αδύναμος επίθ
 Her argument was thin and failed to convince anybody.
meek adj (not forceful, sports)αδύναμος επίθ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)τζούφιος επίθ
 The batter gave the ball a meek swat.
pale adj figurative (inferior) (μεταφορικά)ισχνός, αδύναμος, φτωχός επίθ
 Mick's attempt at writing poetry was a pale effort.
unable adj (action, device)αποτυχημένος μτχ πρκ
  αδύναμος επίθ
 The young man's unable attempts to apologise, only made things worse.
pale adj (weak, faint)ισχνός, αδύναμος επίθ
  (φως)αχνός επίθ
 A dim bulb cast a pale light over the room.
limp adj (weak, spiritless)αδύναμος επίθ
  άνευρος, πλαδαρός επίθ
 All the people who applied for the job were boring, limp whiners.
shaky adj figurative (questionable)αδύναμος, ανίσχυρος επίθ
  (μεταφορικά)ασταθής επίθ
  (καθομιλουμένη)που δε στέκει περίφρ
 The teacher told Oliver that the arguments in his essay were shaky and he would have to do better, if he wanted good marks.
frail adj figurative ([sth]: fragile)αδύναμος επίθ
  ασταθής επίθ
 The government's grip on power was getting frail.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
pushover n informal, figurative (person: weak)αδύναμος χαρακτήρας, ανίσχυρος χαρακτήρας επίθ + ουσ αρσ
 Say no to your child; don't be a pushover.
thinner adj (hair: less thick)λεπτότερος επίθ
  πιο λεπτός, πιο αδύναμος περίφρ
 Jeff's hair is thinner now than when he was in his 20s.
underdog n (person in inferior position)ο ασθενέστερος άρθ ορ + επίθ ως ουσ αρσ
  ο πιο αδύναμος περίφρ
  (σε περίπτωση αδικίας)ο αδικημένος άρθ ορ + μτχ πρκ
 People often feel an urge to support the underdog.
very weak adj (having no strength)πολύ αδύναμος επίθ
 A bad attack of flu leaves a person very weak.
weak link n figurative (flaw in a process)αδύναμος κρίκος ουσ αρσ
 John's claustrophobia was the weak link in their plan to escape by tunnel. He was the weak link who brought down the whole team.
 Η κλειστοφοβία του Τζον ήταν ο αδύναμος κρίκος στα σχέδια τους να δραπετεύσουν από το τούνελ. Αυτός ήταν ο αδύναμος κρίκος που χαντάκωσε όλη την ομάδα.
weaken vi (become weak: [sb])εξασθενώ, εξασθενίζω ρ αμ
  χάνω τη δύναμή μου φρ
  γίνομαι αδύναμος ρ έκφρ
 Nancy weakened as she grew older and had to walk with a stick.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αδύναμος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αδύναμος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: allow | bud

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.