αδύνατος

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'αδύνατος'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
bad adj informal (diseased)άρρωστος επίθ
  (μεταφορικά)χαλασμένος μτχ πρκ
  αδύνατος επίθ
 He has a bad heart.
inept adj (person: incompetent) (άνθρωπος)ανίκανος, αναποτελεσματικός, ακατάλληλος επίθ.
  (καθομιλουμένη)άχρηστος, άθλιος επίθ
  (μεταφορικά)αδύνατος
 I never expected I'd be so inept at handicrafts.
 Δεν το περίμενα ότι θα ήμουν τόσο ανίκανος στην χειροτεχνία.
 Δεν το περίμενα ότι θα ήμουν τόσο άχρηστος (or: άθλιος) στην χειροτεχνία.
 Δεν το περίμενα ότι θα ήμουν τόσο αδύνατος στην χειροτεχνία.
reedy adj figurative (thin)αδύνατος επίθ
thin adj (person: slender) (άτομο)αδύνατος, λεπτός επίθ.
 The thin girl had no trouble getting through the crowd.
 Το κορίτσι ήταν αδύνατο (or: λεπτό) και δεν δυσκολευόταν να περάσει μέσα απ' το πλήθος.
lean adj (person: thin)αδύνατος, λιγνός, λεπτός επίθ.
 Her lean figure was silhouetted by the sun.
 Ο ήλιος διαγράφει την αδύνατη (or: λιγνή) της φιγούρα.
impossible adj (not possible)απίθανος, αδύνατος επίθ.
thinner adj (person: more thin) (άτομο)λεπτότερος, πιο λεπτός, πιο αδύνατος επίθ.
angular adj (thin, bony)οστεώδης, λιπόσαρκος επίθ.
  (καθομιλουμένη)κοκαλιάρης, αδύνατος επίθ.
slimming adj (giving more slender appearance)που κάνει κάποιον να δείχνει πιο αδύνατος, κολακευτικός εκφρ.
svelte adj (figure: very slim) (θετική έννοια)λεπτός, αδύνατος επίθ
  καλλίγραμμος επίθ
  λυγερός επίθ
twiggy adj figurative (very slender)πολύ αδύνατος, πολύ λεπτός περίφρ
  οστεώδης επίθ
  (καθομιλουμένη)κοκκαλιάρης επίθ
  πετσί και κόκαλο φρ
scraggy adj (scrawny)κοκαλιάρης, λιγνός, αδύνατος επίθ
  λιπόσαρκος, καχεκτικός, ισχνός επίθ
make [sb] look skinny vtr (give [sb] the appearance of being thin) (εγώ ο ίδιος)δείχνω αδύνατος, φαίνομαι αδύνατος ρ έκφρ
  (κάποιον άλλο)κάνω κπ να δείχνει αδύνατος, κάνω κπ να φαίνεται αδύνατος περίφρ
  (μεταφορικά: κάποιον)αδυνατίζω ρ μ
  (μτφ, καθομ: κάποιον)κόβω ρ μ
 She wears tight black dresses to make herself look skinny.
  Αυτή η φούστα σε αδυνατίζει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
  Αυτή η φούστα σε κόβει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'αδύνατος' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'αδύνατος'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.