αδύνατος


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
αδύνατος thin, slim
  weak
  impossible, improbable
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
impossible adj (cannot be done)αδύνατος, ανέφικτος επίθ
 It's impossible to do that much work in one day.
slim adj (body: thin)λεπτός, αδύνατος επίθ
 Gail is slim.
puny adj (person: weak, thin)αδύναμος, αδύνατος επίθ
  μικροκαμωμένος μτχ πρκ
 The puny little boy couldn't even lift his sister.
pinched adj (gaunt, thin)αδύνατος επίθ
  αδυνατισμένος μτχ πρκ
  ισχνός, κάτισχνος επίθ
unfeasible,
US: infeasible
adj
(not possible, not practical)ανέφικτος, αδύνατος επίθ
 The doctor said that removal of the tumour is unfeasible because of its location.
svelte adj (figure: very slim) (θετική έννοια)λεπτός, αδύνατος επίθ
  καλλίγραμμος επίθ
  λυγερός επίθ
scraggy adj (scrawny)κοκαλιάρης, λιγνός, αδύνατος επίθ
  λιπόσαρκος, καχεκτικός, ισχνός επίθ
slight adj (body: thin)ελαφρύς, λεπτός, αδύνατος επίθ
 Bill lifted up Mary, who was slight and weighed almost nothing.
angular adj (thin, bony) (για πρόσωπο)με γωνίες περίφρ
  (ανεπίσημο)κοκαλιάρης επίθ
  ισχνός, αδύνατος, λεπτός επίθ
reedy adj figurative (thin)αδύνατος επίθ
impossible adj (cannot happen)αδύνατος επίθ
 It's impossible for the sun to rise in the west.
impossibility n ([sth] impossible)αδύνατος, απίθανος επίθ
  ανέφικτος επίθ
 Pigs flying is an impossibility.
thin adj (person: slender) (άτομο)αδύνατος, λεπτός επίθ
 The thin girl had no trouble getting through the crowd.
 Το κορίτσι ήταν αδύνατο (or: λεπτό) και δεν δυσκολευόταν να περάσει μέσα απ' το πλήθος.
lean adj (person: thin)αδύνατος, λεπτός επίθ
  λιγνός επίθ
 Her lean figure was silhouetted by the sun.
 Ο ήλιος διαγράφει την αδύνατη (or: λιγνή) της φιγούρα.
impossible adj (absurd)αδύνατος επίθ
 The world economy can't just crash over night, that's impossible.
trim adj (person: slim)αδύνατος, λεπτός επίθ
  σε φόρμα φρ ως επίθ
 Harriet is a trim woman, probably because she eats healthily and does a lot of exercise.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
bad adj informal (diseased)άρρωστος επίθ
  (μεταφορικά)χαλασμένος μτχ πρκ
  αδύνατος επίθ
 He has a bad heart.
slender adj (person: slim)λεπτός, αδύνατος επίθ
 Harriet is tall and slender.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
a bit thin adj (person: skinny)αρκετά λεπτός, αρκετά αδύνατος επίρ + επίθ
  αδυνατούλης, λεπτούλης επίθ
bony adj (emaciated)πολύ αδύνατος, υπερβολικά αδύνατος περίφρ
  (καθομιλουμένη)κοκαλιάρης επίθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)πετσί και κόκαλο έκφρ
  (λόγιος, σπάνιο)απισχνασμένος μτχ πρκ
 The prisoners were bony and suffering from severe health problems.
make [sb] look skinny vtr (give [sb] the appearance of being thin) (εγώ ο ίδιος)δείχνω αδύνατος, φαίνομαι αδύνατος ρ έκφρ
  (κάποιον άλλο)κάνω κπ να δείχνει αδύνατος, κάνω κπ να φαίνεται αδύνατος περίφρ
  (μεταφορικά: κάποιον)αδυνατίζω ρ μ
  (μτφ, καθομ: κάποιον)κόβω ρ μ
 She wears tight black dresses to make herself look skinny.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτή η φούστα σε αδυνατίζει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτή η φούστα σε κόβει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
skinny adj (person: thin) (ανεπίσημο)κοκαλιάρης επίθ
  πολύ αδύνατος επίθ
  (επίσημο)ισχνός επίθ
 Jessica isn't just thin, she's skinny.
slightest,
the slightest
adj
(person: most slender)ο πιο λεπτός, ο πιο αδύνατος περίφρ
 The slightest among the group was a red-haired girl.
thinner adj (person: more slender)λεπτότερος επίθ
  πιο λεπτός, πιο αδύνατος περίφρ
 Alex is thinner than Breanna.
trimmer adj (person, figure: slimmer)λεπτότερος επίθ
  πιο λεπτός, πιο αδύνατος περίφρ
 Martha looks quite a bit trimmer than she did last summer.
twiggy adj figurative (very slender)πολύ αδύνατος, πολύ λεπτός περίφρ
  οστεώδης επίθ
  (καθομιλουμένη)κοκκαλιάρης επίθ
  πετσί και κόκαλο φρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αδύνατος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αδύνατος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: block | lure

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.