αδύνατος


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
αδύνατος thin, slim
  weak
  impossible, improbable
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
bad adj informal (diseased)άρρωστος επίθ
  (μεταφορικά)χαλασμένος μτχ πρκ
  αδύνατος επίθ
 He has a bad heart.
pinched adj (gaunt, thin)αδύνατος επίθ
  αδυνατισμένος μτχ πρκ
  ισχνός, κάτισχνος επίθ
reedy adj figurative (thin)αδύνατος επίθ
thin adj (person: slender) (άτομο)αδύνατος, λεπτός επίθ
 The thin girl had no trouble getting through the crowd.
 Το κορίτσι ήταν αδύνατο (or: λεπτό) και δεν δυσκολευόταν να περάσει μέσα απ' το πλήθος.
lean adj (person: thin)αδύνατος, λιγνός, λεπτός επίθ
 Her lean figure was silhouetted by the sun.
 Ο ήλιος διαγράφει την αδύνατη (or: λιγνή) της φιγούρα.
impossible adj (not possible)απίθανος, αδύνατος επίθ
slightest,
the slightest
adj
(person: most slender)ο πιο λεπτός, ο πιο αδύνατος περίφρ
bony adj (emaciated)πολύ αδύνατος, υπερβολικά αδύνατος περίφρ
  (καθομιλουμένη)κοκαλιάρης επίθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)πετσί και κόκαλο έκφρ
  (λόγιος, σπάνιο)απισχνασμένος μτχ πρκ
 The prisoners were bony and suffering from severe health problems.
thinner adj (person: more thin) (άτομο)λεπτότερος, πιο λεπτός, πιο αδύνατος επίθ
puny adj (person: weak, thin)αδύναμος, αδύνατος επίθ
  μικροκαμωμένος μτχ πρκ
angular adj (thin, bony) (για πρόσωπο)με γωνίες περίφρ
  (ανεπίσημο)κοκαλιάρης επίθ
  ισχνός, αδύνατος, λεπτός επίθ
slimming adj (giving more slender appearance)που κάνει κάποιον να δείχνει πιο αδύνατος, κολακευτικός έκφρ
svelte adj (figure: very slim) (θετική έννοια)λεπτός, αδύνατος επίθ
  καλλίγραμμος επίθ
  λυγερός επίθ
twiggy adj figurative (very slender)πολύ αδύνατος, πολύ λεπτός περίφρ
  οστεώδης επίθ
  (καθομιλουμένη)κοκκαλιάρης επίθ
  πετσί και κόκαλο φρ
scraggy adj (scrawny)κοκαλιάρης, λιγνός, αδύνατος επίθ
  λιπόσαρκος, καχεκτικός, ισχνός επίθ
make [sb] look skinny vtr (give [sb] the appearance of being thin) (εγώ ο ίδιος)δείχνω αδύνατος, φαίνομαι αδύνατος ρ έκφρ
  (κάποιον άλλο)κάνω κπ να δείχνει αδύνατος, κάνω κπ να φαίνεται αδύνατος περίφρ
  (μεταφορικά: κάποιον)αδυνατίζω ρ μ
  (μτφ, καθομ: κάποιον)κόβω ρ μ
 She wears tight black dresses to make herself look skinny.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτή η φούστα σε αδυνατίζει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτή η φούστα σε κόβει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αδύνατος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αδύνατος'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης