αιθυλική αλκοόλη


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
ethanol n (chemistry: alcohol) (χημεία)αιθανόλη ουσ θηλ
  αιθυλική αλκοόλη επίθ + ουσ θηλ
  (καθομ)οινόπνευμα ουσ ουδ
ethyl alcohol n (ethanol, alcohol)αιθυλική αλκοόλη ουσ θηλ
 Ethyl alcohol is the principal ingredient in rubbing alcohol.
grain alcohol n (alcohol made by fermenting grain)αλκοόλ ουσ ουδ
  αιθυλική αλκοόλη,αιθανόλη ουσ θηλ
 Whisky is probably the most popular grain alcohol.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αιθυλική αλκοόλη στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αιθυλική αλκοόλη'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: block | lure

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.