αιθυλική αλκοόλη

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'αιθυλική αλκοόλη'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
ethanol n (chemistry: alcohol)  (χημεία)αιθανόλη ουσ θηλ
   (χημεία)αιθυλική αλκοόλη επίθ + ουσ θηλ
   (καθομ)οινόπνευμα ουσ ουδ
ethyl alcohol n (ethanol, alcohol)αιθυλική αλκοόλη ουσ.θηλ.
 Ethyl alcohol is the principal ingredient in rubbing alcohol.
spirit
spirits
n
formal (alcohol, alcoholic drink)  (ουσία)οινόπνευμα ουσ.ουδ.
   (επιστ.)(αιθυλική) αλκοόλη, αιθανόλη ουσ.θηλ.
   (καθομιλουμένη)σπίρτο ουσ.ουδ.
   (ποτό)αλκοολούχο, οινοπνευματώδες ουσ.ουδ.
 Spirits are taxed more heavily than beer or wine in many US states.
  Ένα κόκκινο κρασί περιέχει γύρω στο 13% οινόπνευμα.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
  Η μπίρα περιέχει λιγότερη (αιθυλική) αλκοόλη (or: αιθανόλη) από το κρασί.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
  Οι παλιοί έκαναν εντριβές με σπίρτο στους καταπονημένους μύες.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
 Τα βαριά αλκοολούχα (or: οινοπνευματώδη) φορολογούνται περισσότερο από την μπίρα ή το κρασί σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ.
grain alcohol n (alcohol made by fermenting grain)αλκοόλ ουσ.ουδ.
  αιθυλική αλκοόλη,αιθανόλη ουσ.θηλ.
 Whisky is probably the most popular grain alcohol.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'αιθυλική αλκοόλη' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'αιθυλική αλκοόλη'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.