αιθυλική αλκοόλη


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
ethanol n (chemistry: alcohol) (χημεία)αιθανόλη ουσ θηλ
  αιθυλική αλκοόλη επίθ + ουσ θηλ
  (καθομ)οινόπνευμα ουσ ουδ
ethyl alcohol n (ethanol, alcohol)αιθυλική αλκοόλη ουσ θηλ
 Ethyl alcohol is the principal ingredient in rubbing alcohol.
grain alcohol n (alcohol made by fermenting grain)αλκοόλ ουσ ουδ
  αιθυλική αλκοόλη,αιθανόλη ουσ θηλ
 Whisky is probably the most popular grain alcohol.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αιθυλική αλκοόλη στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αιθυλική αλκοόλη'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης