αναντικατάστατος


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
αναντικατάστατος irreplaceble
  indispensable
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
irreplaceable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unique)αναντικατάστατος επίθ
 My great grandmother's wedding ring is irreplaceable.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αναντικατάστατος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αναντικατάστατος'.
Advertisements

Word of the day: Intermediate+ burst

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης