ανεμοδαρμένος

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ανεμοδαρμένος wind-battered
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
weathered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (worn by weather)φθαρμένος μτχ πρκ
  (από άνεμο)ανεμοδαρμένος μτχ πρκ
 The weathered shutters needed to be repainted.
windswept adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (blown by the wind)ανεμοδαρμένος επίθ
 Dartmoor's windswept landscape is among the most beautiful in Europe.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
windy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (open to winds)ανοιχτός επίθ
  που τον χτυπάει ο αέρας περίφρ
  (λόγιος)ανεμοδαρμένος μτχ πρκ
 The house stood on a windy plain.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ανεμοδαρμένος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ανεμοδαρμένος'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης