απλός


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
απλός simple
  plain
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
simple adj (easy) (εύκολος)απλός επίθ
 The puzzle was simple for him to solve.
 Ήταν απλό γι' αυτόν να λύσει το παζλ.
plain adj (unadorned)απλός, λιτός, απέριττος επίθ
  (ελαφρώς αρνητικό)σκέτος επίθ
 The dress was plain, with no frills.
mere adj (just, no more than) (για ποσότητα)μόνο, μόλις επίρ
  (καθομιλουμένη: για ποσότητα)όλο κι όλο, με το ζόρι φρ ως επίρ
  (για έννοια, ιδιότητα)απλός επίθ
  απλά επίρ
 The farmer harvested a mere 200 pounds of potatoes from his entire field.
stripped-down,
stripped down
adj
figurative, informal (sparse or minimalist)απλός, λιτός, απέριττος επίθ
 Carol was aiming for a more stripped-down lifestyle; one that was cheaper and more environmentally friendly.
conversational adj (language: colloquial)καθομιλούμενος μτχ ενεστ
  καθημερινός, απλός επίθ
 Even though he was the CEO, he spoke in a friendly, conversational way with the employees.
homely adj (lacking elegance)απλός, λιτός επίθ
  (αρνητική σημασία)άκομψος επίθ
 The room was homely but warm and comfortable.
unsophisticated adj (simple)απλός, ανεπιτήδευτος επίθ
  (αρνητικό)απλοϊκός επίθ
 Even an unsophisticated homemade bomb can cause a lot of damage.
effortless adj (easy)που δε θέλει κόπο περίφρ
  εύκολος, πανεύκολος, απλός επίθ
 Making a cake using a prepackaged mix is effortless.
unpretentious adj (simple, humble)απλός, ανεπιτήδευτος επίθ
 The unpretentious writer lived in a small house even though he was rich.
unadorned adj (plain, not embellished)χωρίς στολίδια, χωρίς διακόσμηση περίφρ
  αστόλιστος, αδιακόσμητος επίθ
  (μεταφορικά)γυμνός επίθ
  (γενικότερα)απλός, λιτός επίθ
 Simona placed the vase on an unadorned wooden table.
unselfconscious adj (unaffected, natural)απλός, φυσικός, ανεπιτήδευτος επίθ
  αυθεντικός, πηγαίος επίθ
 The actress seems to be unselfconscious about her body in the love scenes.
sans adj French (typeface: sans-serif, plain)απλός επίθ
  απλός τυπογραφικός χαρακτήρας περίφρ
folksy adj informal (homely or rustic)λαϊκός, απλός επίθ
uncomplicated adj (simple)απλός επίθ
unprepossessing adj (unremarkable, modest)απλός, κοινός, συνήθης, μέσος επίθ
  τίποτα το ιδιαίτερο φρ ως επίθ
  (μεταφορικά)άχρωμος επίθ
unworldly adj (naïve)απλός, αφελής επίθ
  αγαθός, αθώος επίθ
  (μεταφορικά)άβγαλτος, απερπάτητος επίθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)που δεν είναι τις πιάτσας έκφρ
workaday adj (mundane, everyday)απλός, συμβατικός, συνηθισμένος, κοινός επίθ
  (μεταφορικά)καθημερινός επίθ
clean-cut adj (lines: sharply defined) (αρχιτεκτονική)λιτός, απέριττος, απλός επίθ
 Modernist architects abandoned the frills and ornamentation of the Victorian and Edwardian eras in favor of simple shapes and clean-cut lines.
nothing other than expr (actually, in fact)παρά πρόθ
  τίποτε άλλο παρά, τίποτε άλλο παρά μόνο περίφρ
  απλός, καθαρός επίθ
 Some Americans think government oversight of health care is nothing other than socialism.
 Ορισμένοι Αμερικανοί θεωρούν ότι η αμέλεια που δείχνει η κυβέρνηση για την υγεία δεν είναι παρά σοσιαλισμός.
simple adj (plain, uncomplicated) (όχι περίπλοκος)απλός επίθ
 This is a simple game that anybody can learn.
 Αυτό είναι ένα απλό παιχνίδι που μπορεί να μάθει ο καθένας.
plain adj (without a pattern)απλός επίθ
  (ένα μόνο χρώμα)μονόχρωμος επίθ
 Which shirt do you prefer - the plain or the patterned?
regular adj (standard)απλός, κανονικός, βασικός, κλασικός, τυπικός, συμβατικός επίθ
  συνηθισμένος μτχ πρκ
 I just want a regular kettle, nothing fancy.
routine adj (normal)καθημερινός, απλός, κλασικός επίθ
  συνηθισμένος μτχ πρκ
 It was just a routine day; nothing special happened.
informal adj (clothing: casual) (ρούχα)καθημερινός, απλός επίθ
 Informal dress on Fridays is the rule in a lot of companies.
 Το απλό ντύσιμο τις Παρασκευές είναι κανόνας για πολλές επιχειρήσεις.
conversational adj (tone, style: chatty, informal)οικείος, χαλαρός επίθ
  ανεπίσημος, απλός επίθ
 The essay was written in a conversational style that made it easy to understand.
homely adj (unpretentious, simple)απλός επίθ
 The outside of the building was rather homely, but the interior was filled with beautiful art.
austere adj (stark, bleak) (χωρίς συναισθηματική φόρτιση)λιτός, απλός επίθ
  (μεταφορικά)σπαρτιάτικος επίθ
  (πιο έντονο, δείχνει δυσαρέσκια)άθλιος επίθ
 Conditions in the refugee camp are austere; there are neither beds nor running water.
open-and-shut case n figurative, informal (matter: easily solved)εύκολος επίθ
  απλός επίθ
 There is an open-and-shut case to build the pipeline.
standard adj (normal, average)κανονικός, απλός, μέσος επίθ
  συμβατικός επίθ
 It is just a standard hammer - nothing special.
 Ένα κανονικό (or: απλό) σφυρί είναι, τίποτα το ιδιαίτερο.
humble adj (simple)απλός, λιτός, απέριττος επίθ
  (μεταφορικά)ταπεινός επίθ
 Jim sold his business and retired in a humble cottage outside of town.
spare adj (frugal, simple)απλός, λιτός, απέρριτος επίθ
  (πολύ απλός)λιτός και απέρριτος φρ
 The interior decor is very spare, even minimalist.
straightforward adj UK (simple, uncomplicated)απλός, ξεκάθαρος επίθ
  σαφής επίθ
 Well, the job seems straightforward; I don't think I'll have any problems.
single adj (one-way)απλός επίθ
  απλής μετάβασης φρ ως επίθ
 He bought a single ticket to Paris and planned to drive home.
modest adj (thing: simple, not elaborate)απλός, λιτός επίθ
  ταπεινός επίθ
 Kelsey prepared a modest dinner for herself.
bald adj figurative (without detail, excess) (μεταφορικά)γυμνός επίθ
  απλός, λιτός επίθ
  (για λόγο)απερίφραστος επίθ
  (για λόγο)ρητός, κατηγορηματικός επίθ
 The bald denials of the witnesses strengthened the plaintiff's case.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
mean adj (low in rank, station)απλός επίθ
 My grandmother was just a mean factory worker.
 Η γιαγιά μου ήταν μια απλή υπάλληλος εργοστασίου.
very adj (mere)απλός επίθ
  όλος και όλος φρ ως επίρ
  και μόνο φρ
  ακόμα και φρ
 The very mention of his ex-wife caused problems.
 Μια απλή αναφορά στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Μια αναφορά όλο και όλο στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Η αναφορά και μόνο στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Ακόμα και η αναφορά στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
clean adj (well-proportioned) (μεταφορικά)καθαρός επίθ
  απλός, απέριττος επίθ
 The sculpture has very clean lines.
clean adj (simple)καθαρός, ξεκάθαρος, σαφής, απλός επίθ
 His writing style is clean, without excessive verbal ornaments.
clear adj (not encoded)καθαρός, απλός επίθ
  μη κρυπτογραφημένος περίφρ
 The message was clear; no one had scrambled it.
common adj (inferior)απλός, κοινός, μέσος επίθ
 It's just a common item, with nothing special about it.
common adj (without rank)απλός επίθ
 He is just a common worker - not the boss.
lay adj (not member of a religious order) (μη κληρικός)λαϊκός, απλός επίθ
 The priest was on the altar with three lay people, who would help with Holy Communion.
 Ο ιερέας ήταν στο βωμό με τρεις λαϊκούς (or: απλούς) ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν με τη Θεία Κοινωνία.
simple adj (humble)ταπεινός επίθ
  απλός επίθ
 The monks were known for their simple ways.
simple adj (botany: undivided)απλός επίθ
 This particular tree has simple leaves, with no divisions.
simple adj (fruit: growing from one ovary)απλός επίθ
 This is a simple fruit, growing from just one ovary.
plain adj (unmixed)απλός επίθ
 A plain apple pie is one with nothing but apples in it.
plain adj (unseasoned)σκέτος, απλός επίθ
 I like my food plain--no salt, pepper or spices.
snap adj (done easily)εύκολος, απλός επίθ
  (καθομιλουμένη)χαλαρός, άνετος επίθ
 The interview was a snap assignment for Helen, because she already knew the interviewee.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
backbench n as adj UK (members of Parliament: junior) (χωρίς αξίωμα)απλός βουλευτής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
backbencher n UK (member of parliament) (χωρίς άλλο αξίωμα)απλός βουλευτής επίθ + ουσ αρσ
the common man n (ordinary citizen, lay person) (μεταφορικά)κοινός θνητός, κοινή θνητή φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  (ως σύνολο)ο απλός λαός φρ
 The political parties are all trying to appeal to the common man.
common man,
plural: common men
n
(commoner, without title)απλός πολίτης, άνθρωπος του λαού φρ ως ουσ αρσ
  (μεταφορικά)κοινός θνητός φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  (ενίοτε υποτιμητικό)πληβείος ουσ αρσ
  (ως σύνολο)ο απλός λαός φρ
 If a common man married the daughter of a nobleman, she would lose her title.
common people npl (ordinary folk)απλός λαός έκφρ
 They don't stand out for any particular reason; they're just common people.
commonality n (the common people)απλός λαός φρ ως ουσ αρσ
  (μειωτικό)πόπολο ουσ ουδ άκλ
  λαουτζίκος ουσ αρσ
commonalty,
commonality
n
(common people)απλός λαός φρ ως ουσ αρσ
  (μειωτικό)πόπολο ουσ ουδ
  λαουτζίκος ουσ αρσ
gray scale sonography,
grayscale sonography (US),
grey scale sonography (UK)
n
(black-and-white ultrasound imaging) (όχι έγχρωμος)απλός υπέρηχος επίθ + ουσ αρσ
  (επίσημο)απλή υπερηχοτομογραφία επίθ + ουσ θηλ
grunt n (military)φαντάρος ουσ αρσ
  απλός φαντάρος επίθ + ουσ αρσ
 Don was a grunt in the army during the war.
layperson n figurative ([sb] uninitiated, non-expert)μη ειδήμων, μη ειδικός περίφρ
  (μεταφορικά)ερασιτέχνης επίθ
  απλός άνθρωπος επίθ + ουσ αρσ
  (συλλογικά)απλός λαός επίθ + ουσ αρσ
lowest common denominator n figurative (people: least enlightened) (μεταφορικά)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής, απλός άνθρωπος έκφρ
 The movie was crude and superficial, appealing to the lowest common denominator.
man in the street n figurative (common man, average person)ο μέσος άνθρωπος περίφρ
  ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, ένας απλός άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε περίφρ
  (μεταφορικά)ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας έκφρ
 Can you explain your theory so that the man in the street can understand it?
onlooker n (casual observer)απλός παρατηρητής επίθ + ουσ αρσ
private n (military rank)απλός στρατιώτης επίθ + ουσ αρσ
 He was just a private - the lowliest rank in the army.
simple interest n (sum payable on an investment)απλός τόκος έκφρ
undemanding adj (easy, not challenging)μη απαιτητικός περίφρ
  (καθομιλουμένη)σχετικά εύκολος, σχετικά απλός επίρ + επίθ
 Kevin has an undemanding job stocking shelves in a supermarket.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση απλός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'απλός'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: funny | dent

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.