απλός

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'απλός'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
mean adj (low in rank, station)απλός επίθ
 My grandmother was just a mean factory worker.
 Η γιαγιά μου ήταν μια απλή υπάλληλος εργοστασίου.
very adj (mere)απλός επίθ
  όλος και όλος φρ ως επίρ
  και μόνο φρ
  ακόμα και φρ
 The very mention of his ex-wife caused problems.
 Μια απλή αναφορά στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Μια αναφορά όλο και όλο στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Η αναφορά και μόνο στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Ακόμα και η αναφορά στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
common adj (without rank)απλός επίθ
 He is just a common worker - not the boss.
simple adj (plain, uncomplicated)  (όχι περίπλοκος)απλός επίθ.
 This is a simple game that anybody can learn.
 Αυτό είναι ένα απλό παιχνίδι που μπορεί να μάθει ο καθένας.
simple adj (easy)  (εύκολος)απλός επίθ.
 The puzzle was simple for him to solve.
 Ήταν απλό γι' αυτόν να λύσει το παζλ.
simple adj (humble)ταπεινός επίθ
  απλός επίθ
 The monks were known for their simple ways.
simple adj (botany: undivided)απλός επίθ
 This particular tree has simple leaves, with no divisions.
single adj (one-way)απλός επίθ
 He bought a single ticket to Paris and planned to drive home.
plain adj (unmixed)απλός επίθ
 A plain apple pie is one with nothing but apples in it.
plain adj (without a pattern)απλός επίθ
   (ένα μόνο χρώμα)μονόχρωμος επίθ
 Which shirt do you prefer - the plain or the patterned?
mere adj (just, no more than)απλός επίθ.
singles adj (sport: one-on-one)  (αθλητικά)απλός επίθ.
sans adj French (typeface: sans-serif, plain)απλός επίθ
  απλός τυπογραφικός χαρακτήρας περίφρ
uncomplicated adj (simple)απλός επίθ
clean adj (well-proportioned)  (μεταφορικά)καθαρός επίθ
  απλός, απέριττος επίθ
 The sculpture has very clean lines.
clean adj (simple)απλός, λιτός, απέριττος επίθ
  λιτός και απέριττος φρ ως επίθ
 His writing style is clean, without excessive verbal ornaments.
common adj (inferior)απλός, κοινός, μέσος επίθ
 It's just a common item, with nothing special about it.
lay adj (not member of a religious order)  (μη κληρικός)λαϊκός, απλός επίθ
 The priest was on the altar with three lay people, who would help with Holy Communion.
 Ο ιερέας ήταν στο βωμό με τρεις λαϊκούς (or: απλούς) ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν με τη Θεία Κοινωνία.
standard adj (normal, accepted)κανονικός, απλός επίθ.
 It is just a standard hammer - nothing special.
 Ένα κανονικό (or: απλό) σφυρί είναι, τίποτα το ιδιαίτερο.
plain adj (unadorned)απλός, λιτός, απέριττος επίθ
   (ελαφρώς αρνητικό)σκέτος επίθ
 The dress was plain, with no frills.
private n (military rank)απλός στρατιώτης επίθ + ουσ αρσ
 He was just a private - the lowliest rank in the army.
primitive adj (crude)απλός, ακατέργαστος, άξεστος επίθ.
informal adj (clothing: casual)  (ρούχα)καθημερινός, απλός επίθ.
unpretentious adj (simple, humble)απλός, ανεπιτήδευτος επίθ.
unadorned adj (plain, not embellished)απλός, αστόλιστος,απέριττος επίθ.
folksy adj informal (homely or rustic)λαϊκός, απλός επίθ
   (μτφ)φιλόξενος, φιλικός, κοινωνικός επίθ
unstudied adj (not affected or contrived)απλός, φυσικός, αυθόρμητος επίθ
   (επίσημο: φυσικός)απροσποίητος, ανεπιτήδευτος επίθ
unworldly adj (naïve)απλός, αφελής επίθ
   (μη γηίνος)απόκοσμος, υπερκόσμιος επίθ
   (αναζήτηση πνευματικότητας)πνευματόδοξος επίθ
simple as ABC adj informal (straightforward or easy)εύκολος, ευκολονόητος, απλός επίθ.
clean-cut
clean cut
adj
(architecture, design: simple, distinct shapes)  (αρχιτεκτονική)λιτός, απέριττος, απλός επίθ.
 Modernist architects abandoned the frills and ornamentation of the Victorian and Edwardian eras in favor of simple shapes and clean-cut lines.
common people n (ordinary people)απλός λαός έκφρ.
 They don't stand out for any particular reason, they're just common people.
lowest common denominator n figurative (people with least education, understanding)  (μεταφορικά)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής, απλός άνθρωπος έκφρ.
 The movie was crude and superficial, appealing to the lowest common denominator.
simple interest n (sum payable on an investment)απλός τόκος έκφρ.
simple past n (grammatical tense: preterit)  (γραμματική)απλός αόριστος ουσ.αρ.
spare adj (frugal, simple)απλός, λιτός, απέρριτος επίθ
   (πολύ απλός)λιτός και απέρριτος φρ
 The interior decor is very spare, even minimalist.
commonality n (the common people)απλός λαός φρ ως ουσ αρσ
   (μειωτικό)πόπολο ουσ ουδ άκλ
  λαουτζίκος ουσ αρσ
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'απλός' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'απλός'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.