WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
απλός simple
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
mean adj (low in rank, station)απλός επίθ
 My grandmother was just a mean factory worker.
 Η γιαγιά μου ήταν μια απλή υπάλληλος εργοστασίου.
very adj (mere)απλός επίθ
  όλος και όλος φρ ως επίρ
  και μόνο φρ
  ακόμα και φρ
 The very mention of his ex-wife caused problems.
 Μια απλή αναφορά στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Μια αναφορά όλο και όλο στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Η αναφορά και μόνο στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
 Ακόμα και η αναφορά στην πρώην γυναίκα του δημιουργεί προβλήματα.
common adj (without rank)απλός επίθ
 He is just a common worker - not the boss.
simple adj (plain, uncomplicated) (όχι περίπλοκος)απλός επίθ
 This is a simple game that anybody can learn.
 Αυτό είναι ένα απλό παιχνίδι που μπορεί να μάθει ο καθένας.
simple adj (easy) (εύκολος)απλός επίθ
 The puzzle was simple for him to solve.
 Ήταν απλό γι' αυτόν να λύσει το παζλ.
simple adj (humble)ταπεινός επίθ
  απλός επίθ
 The monks were known for their simple ways.
simple adj (botany: undivided)απλός επίθ
 This particular tree has simple leaves, with no divisions.
single adj (one-way)απλός επίθ
  απλής μετάβασης φρ ως επίθ
 He bought a single ticket to Paris and planned to drive home.
plain adj (unmixed)απλός επίθ
 A plain apple pie is one with nothing but apples in it.
plain adj (without a pattern)απλός επίθ
  (ένα μόνο χρώμα)μονόχρωμος επίθ
 Which shirt do you prefer - the plain or the patterned?
mere adj (just, no more than)απλός επίθ
 The farmer harvested a mere 200 pounds of potatoes from his entire field.
homely adj (unpretentious, simple)απλός επίθ
 The outside of the building was rather homely, but the interior was filled with beautiful art.
singles adj (sport: one-on-one) (αθλητικά)απλός επίθ
sans adj French (typeface: sans-serif, plain)απλός επίθ
  απλός τυπογραφικός χαρακτήρας περίφρ
uncomplicated adj (simple)απλός επίθ
clean adj (well-proportioned) (μεταφορικά)καθαρός επίθ
  απλός, απέριττος επίθ
 The sculpture has very clean lines.
clean adj (simple)καθαρός, ξεκάθαρος, σαφής, απλός επίθ
 His writing style is clean, without excessive verbal ornaments.
clear adj (not encoded)καθαρός, απλός επίθ
  μη κρυπτογραφημένος περίφρ
 The message was clear; no one had scrambled it.
common adj (inferior)απλός, κοινός, μέσος επίθ
 It's just a common item, with nothing special about it.
lay adj (not member of a religious order) (μη κληρικός)λαϊκός, απλός επίθ
 The priest was on the altar with three lay people, who would help with Holy Communion.
 Ο ιερέας ήταν στο βωμό με τρεις λαϊκούς (or: απλούς) ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν με τη Θεία Κοινωνία.
standard adj (normal, average)κανονικός, απλός, μέσος επίθ
  συμβατικός επίθ
 It is just a standard hammer - nothing special.
 Ένα κανονικό (or: απλό) σφυρί είναι, τίποτα το ιδιαίτερο.
plain adj (unadorned)απλός, λιτός, απέριττος επίθ
  (ελαφρώς αρνητικό)σκέτος επίθ
 The dress was plain, with no frills.
plain adj (unseasoned)σκέτος, απλός επίθ
 I like my food plain, no salt, pepper or spices.
private n (military rank)απλός στρατιώτης επίθ + ουσ αρσ
 He was just a private - the lowliest rank in the army.
informal adj (clothing: casual) (ρούχα)καθημερινός, απλός επίθ
 Informal dress on Fridays is the rule in a lot of companies.
 Το απλό ντύσιμο τις Παρασκευές είναι κανόνας για πολλές επιχειρήσεις.
homely adj (lacking elegance)απλός, λιτός επίθ
  (αρνητική σημασία)άκομψος επίθ
 The room was homely but warm and comfortable.
effortless adj (easy)που δε θέλει κόπο περίφρ
  εύκολος, πανεύκολος, απλός επίθ
 Making a cake using a prepackaged mix is effortless.
backbencher n UK (member of parliament) (χωρίς άλλο αξίωμα)απλός βουλευτής επίθ + ουσ αρσ
unpretentious adj (simple, humble)απλός, ανεπιτήδευτος επίθ
layperson n figurative ([sb] uninitiated, non-expert)μη ειδήμων, μη ειδικός περίφρ
  (μεταφορικά)ερασιτέχνης επίθ
  απλός άνθρωπος επίθ + ουσ αρσ
  απλός λαός
unadorned adj (plain, not embellished)χωρίς στολίδια, χωρίς διακόσμηση περίφρ
  αστόλιστος, αδιακόσμητος επίθ
  (μεταφορικά)γυμνός επίθ
  (γενικότερα)απλός, λιτός επίθ
folksy adj informal (homely or rustic)λαϊκός, απλός επίθ
backbench n as adj UK (members of Parliament: junior) (χωρίς αξίωμα)απλός βουλευτής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
(common people)απλός λαός φρ ως ουσ αρσ
  (μειωτικό)πόπολο ουσ ουδ
  λαουτζίκος ουσ αρσ
unprepossessing adj (unremarkable, modest)απλός, κοινός, συνήθης, μέσος επίθ
  τίποτα το ιδιαίτερο φρ ως επίθ
  (μεταφορικά)άχρωμος επίθ
unworldly adj (naïve)απλός, αφελής επίθ
  αγαθός, αθώος επίθ
  (μεταφορικά)άβγαλτος, απερπάτητος επίθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)που δεν είναι τις πιάτσας έκφρ
workaday adj (mundane, everyday)απλός, συμβατικός, συνηθισμένος, κοινός επίθ
  (μεταφορικά)καθημερινός επίθ
simple as ABC adj informal (straightforward or easy)εύκολος, ευκολονόητος, απλός επίθ
clean-cut adj (design: simple) (αρχιτεκτονική)λιτός, απέριττος, απλός επίθ
 Modernist architects abandoned the frills and ornamentation of the Victorian and Edwardian eras in favor of simple shapes and clean-cut lines.
common people npl (ordinary folk)απλός λαός έκφρ
 They don't stand out for any particular reason, they're just common people.
lowest common denominator n figurative (people: least enlightened) (μεταφορικά)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής, απλός άνθρωπος έκφρ
 The movie was crude and superficial, appealing to the lowest common denominator.
man in the street n figurative (common man, average person)ο μέσος άνθρωπος περίφρ
  ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, ένας απλός άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε περίφρ
  (μεταφορικά)ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας έκφρ
 Can you explain your theory so that the man in the street can understand it?
simple interest n (sum payable on an investment)απλός τόκος έκφρ
gray-scale sonography,
UK: grey-scale sonography
US (black-and-white ultrasound imaging)απλός υπέρηχος επίθ + ουσ αρσ
  (επίσημο)απλή υπερηχοτομογραφία επίθ + ουσ θηλ
spare adj (frugal, simple)απλός, λιτός, απέρριτος επίθ
  (πολύ απλός)λιτός και απέρριτος φρ
 The interior decor is very spare, even minimalist.
commonality n (the common people)απλός λαός φρ ως ουσ αρσ
  (μειωτικό)πόπολο ουσ ουδ άκλ
  λαουτζίκος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση απλός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'απλός'.
Word of the Day: handy

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης