αποτρέπω


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
αποτρέπω deter
  prevent
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
deter [sth] vtr (crime)αποτρέπω ρ μ
avert [sth] vtr (avoid: sthg bad)αποτρέπω ρ μ
 How can we avert delays in the production process?
dissuade [sb] vtr (persuade not to)αποτρέπω ρ μ
  μεταπείθω ρ μ
 Please dissuade him from taking that rash course of action.
 Σας παρακαλώ να τον αποτρέψετε από αυτή την βεβιασμένη σειρά ενεργειών.
disincline [sb] to do [sth] vtr (make less willing)αποτρέπω ρ μ
  καθιστώ κάποιον απρόθυμο, κάνω κάποιον απρόθυμο φρ
prevent [sb] doing [sth],
prevent [sb] from doing [sth]
v expr
(stop: [sb] doing [sth](κπ από το να κάνει κτ)αποτρέπω ρ μ
  (δεν επιτρέπω)εμποδίζω ρ μ
 The police officer prevented her from entering the building.
stop [sb] doing [sth] v expr (prevent, forbid)δεν επιτρέπω, δεν αφήνω περίφρ
  απαγορεύω ρ μ
  (μεταπείθω)αποτρέπω ρ μ
 The teenager's parents stopped her going out to the pub.
prevent [sb] vtr (stop [sb])αποτρέπω ρ μ
stop [sth] doing [sth],
stop [sth] from doing [sth]
v expr
(prevent) (κάτι από το να κάνει κάτι)εμποδίζω ρ μ
  (κάτι κακό)αποτρέπω ρ μ
  αποσοβώ ρ μ
 Fortunately she stopped the situation from getting any worse.
deter [sb],
deter [sb] from [sth]
vtr
(discourage)αποθαρρύνω, αποτρέπω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κόβω τα φτερά έκφρ
discourage [sb] vtr (dissuade)αποθαρρύνω, αποτρέπω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κόβω τα φτερά έκφρ
 Simon was concerned about Maria driving home after drinking a bottle of wine and did his best to discourage her.
foil [sth] vtr (thwart: [sb]'s plans) (σχέδια)ανατρέπω, αποτρέπω, ματαιώνω ρ μ
forestall [sth] vtr (prevent, thwart: [sth])ματαιώνω, αποτρέπω ρ μ
prevent [sth] vtr (stop: [sth] happening)αποτρέπω, εμποδίζω, προλαμβάνω ρ μ
Σχόλιο: επίσης σταματάω
 The vast majority of household accidents can easily be prevented.
put [sb] off vtr phrasal sep informal (discourage, deter)αποτρέπω, αποθαρρύνω ρ μ
 I don't want to put you off, but that make of car you're thinking of buying is very hard to maintain. That was disgusting; it has put me off my dinner.
 Δεν θέλω να σε αποτρέψω αλλά αυτό το είδος αυτοκινήτου που σκέφτεσαι να αγοράσεις είναι πολύ δύσκολο να το συντηρήσεις.
stave [sth] off vtr phrasal sep (prevent, ward off)αποτρέπω, αποσοβώ ρ μ
 They say that if you take extra vitamins, you may be able to stave off the flu.
talk [sb] down from [sth] v expr figurative (dissuade from)πείθω, αποτρέπω, μεταπείθω ρ μ
thwart [sb]'s plans v expr (prevent [sb] achieving [sth])ανατρέπω, αποτρέπω ρ μ
 Mr. Richards thwarted Mr. Johnson's plans when he revealed new information on the project.
ward [sth/sb] vtr phrasal sep (keep away)αποκρούω, αποτρέπω, αποκλείω ρ μ
 This spray will help ward off the mosquitoes.
talk [sb] out of doing [sth] v expr (dissuade from doing [sth])αποτρέπω κπ από το να κάνει κτ περίφρ
  πείθω κπ να μην κάνει κτ περίφρ
 I'm trying to talk her out of leaving school at 16.
talk [sb] out of [sth] v expr (dissuade)αποτρέπω κπ από κτ ρ μ + πρόθ
  μεταπείθω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αποτρέπω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'αποτρέπω'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης