απουσία

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
απουσία absence
  lack
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
absence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: not being present)απουσία ουσ θηλ
 The professor noticed Andrea's absence on the day of the exam.
dearth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack) (καθομιλουμένη)έλλειψη, ανεπάρκεια, απουσία ουσ θηλ
 There was a dearth of creativity in the class.
 Υπήρχε έλλειψη δημιουργικότητας στην τάξη.
absenteeism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (truancy: absence from school) (μαθητή από σχολείο)απουσία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μτφ)κοπάνα ουσ θηλ
 Absenteeism is a huge problem for schools in disadvantaged areas.
nonappearance,
non-appearance
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(failure to appear)μη εμφάνιση περίφρ
  απουσία ουσ θηλ
nonattendance,
non-attendance
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(absence, failure to be present)απουσία ουσ θηλ
  μη συμμετοχή περίφρ
  (δικαιοσύνη)ερημοδικία ουσ θηλ
lack of nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (absence of, deficiency in)έλλειψη, απουσία ουσ θηλ
 There is a total lack of authority in this organisation.
no-show nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (failure to be present)μη εμφάνιση περίφρ
  απουσία ουσ θηλ
absence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period not present)απουσία ουσ θηλ
 During the boss's absence, two employees stole all of the office computers.
absenteeism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (absence from work) (από εργασία)απουσία ουσ θηλ
 As a manager, you should be concerned by absenteeism in the workplace.
nonappearance,
non-appearance
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: failure to appear in court)μη παράσταση περίφρ
  απουσία ουσ θηλ
absence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack)απουσία, έλλειψη ουσ θηλ
 There was an absence of remorse in John's apology.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
poverty nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (scarcity, paucity)έλλειψη, απουσία ουσ θηλ
 The designer, suffering from a poverty of ideas, began to copy the work of others.
absent preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." US, formal (without, lacking)ελλείψει επίρ
  απουσία ουσ θηλ
 Absent any objections, the measure is approved.
 Ελλείψει αντιρρήσεων, το μέτρο εγκρίθηκε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
after a long absence advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (after being away for a long time)μετά από μακρά απουσία επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 He returned home after a long absence and found everything had changed while he was gone.
amorality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of ethical sense)ανηθικότητα ουσ θηλ
  αμοραλισμός ουσ αρσ
  ελλειψη ηθικής φρ ως ουσ θηλ
  απουσία ηθικών αρχών φρ ως ουσ θηλ πλ
indelicacy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tactlessness)αγένεια ουσ θηλ
  απουσία καλών τρόπων φρ
  έλλειψη τρόπων, έλλειψη λεπτότητας
  (καθομ)χοντροκοπιά ουσ θηλ
truancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unexcused absence from school)αδικαιολόγητη απουσία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)κοπάνα ουσ θηλ
 Derek was suspended for repeated truancy.
unexcused absence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (being away without permission)αδικαιολόγητη απουσία ουσ θηλ
 You'll fail the class if you have too many unexcused absences.
vagabondage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (homelessness)απουσία μόνιμης στέγης περίφρ
  ανεστιότητα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση απουσία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'απουσία'.
Advertisements

Word of the day: Intermediate+ crank

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης