απουσία


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
απουσία absence
  lack
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
absence n (person: not being present)απουσία ουσ θηλ
 The professor noticed Andrea's absence on the day of the exam.
dearth n (lack) (καθομιλουμένη)έλλειψη, ανεπάρκεια, απουσία ουσ θηλ
 There was a dearth of creativity in the class.
 Υπήρχε έλλειψη δημιουργικότητας στην τάξη.
absenteeism n (truancy: absence from school) (μαθητή από σχολείο)απουσία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μτφ)κοπάνα ουσ θηλ
 Absenteeism is a huge problem for schools in disadvantaged areas.
nonappearance,
non-appearance
n
(failure to appear)μη εμφάνιση περίφρ
  απουσία ουσ θηλ
nonattendance,
non-attendance
n
(absence, failure to be present)απουσία ουσ θηλ
  μη συμμετοχή περίφρ
  (δικαιοσύνη)ερημοδικία ουσ θηλ
lack of n (absence of, deficiency in)έλλειψη, απουσία ουσ θηλ
 There is a total lack of authority in this organisation.
no-show n informal (failure to be present)μη εμφάνιση περίφρ
  απουσία ουσ θηλ
absence n (period not present)απουσία ουσ θηλ
 During the boss's absence, two employees stole all of the office computers.
absenteeism n (absence from work) (από εργασία)απουσία ουσ θηλ
 As a manager, you should be concerned by absenteeism in the workplace.
nonappearance,
non-appearance
n
(law: failure to appear in court)μη παράσταση περίφρ
  απουσία ουσ θηλ
absence n (lack)απουσία, έλλειψη ουσ θηλ
 There was an absence of remorse in John's apology.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
GreekEnglish
poverty n figurative (scarcity, paucity)έλλειψη, απουσία ουσ θηλ
 The designer, suffering from a poverty of ideas, began to copy the work of others.
absent prep US, formal (without, lacking)ελλείψει επίρ
  απουσία ουσ θηλ
 Absent any objections, the measure is approved.
 Ελλείψει αντιρρήσεων, το μέτρο εγκρίθηκε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
GreekEnglish
amorality n (lack of ethical sense)ανηθικότητα ουσ θηλ
  αμοραλισμός ουσ αρσ
  ελλειψη ηθικής φρ ως ουσ θηλ
  απουσία ηθικών αρχών φρ ως ουσ θηλ πλ
indelicacy n (tactlessness)αγένεια ουσ θηλ
  απουσία καλών τρόπων φρ
  έλλειψη τρόπων, έλλειψη λεπτότητας
  (καθομ)χοντροκοπιά ουσ θηλ
truancy n (unexcused absence from school)αδικαιολόγητη απουσία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)κοπάνα ουσ θηλ
 Derek was suspended for repeated truancy.
unexcused absence n (being away without permission)αδικαιολόγητη απουσία ουσ θηλ
 You'll fail the class if you have too many unexcused absences.
vagabondage n dated (homelessness)απουσία μόνιμης στέγης περίφρ
  ανεστιότητα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση απουσία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'απουσία'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: view | notch

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.