αυθάδεια

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'αυθάδεια'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Matching entries from other side of dictionary
cheek n UK (rude behaviour) (συμπεριφορά)αυθάδεια ουσ.θηλ.
  (καθομιλουμένη)γλώσσα ουσ.θηλ.
Note: γλώσσα: συνήθως στις εκφράσεις “βγάζω γλώσσα”, “έχω μεγάλη γλώσσα”.
sass n US, informal (cheek, impudence)αναίδεια ουσ θηλ
  θράσος ουσ ουδ
  αυθάδεια ουσ θηλ
backchat n (impudent retort)αυθάδεια ουσ θηλ
  προπέτεια ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)αντιμίλημα ουσ ουδ
  (μτφ: βγάζω)γλώσσα ουσ θηλ
freshness n informal, figurative (impertinence) (μεταφορικά)απρέπεια, αυθάδεια ουσ.θηλ.
insolence n (cheek, rudeness)αυθάδεια, θρασύτητα, αναίδεια ουσ.θηλ.
effrontery n (impudence, cheek)αυθάδεια, αναίδεια ουσ θηλ
  θράσος ουσ ουδ
impertinence n (cheek, effrontery)αναίδεια, αυθάδεια ουσ θηλ
  θράσος ουσ ουδ
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'αυθάδεια' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'αυθάδεια'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.