WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
βέργα stick
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stick of metal, wood)ραβδί ουσ ουδ
  βέργα ουσ θηλ
  (επίσημο)ράβδος ουσ θηλ
 Jack used a wooden rod to knock the ball out of the tree.
 Ο Τζακ χρησιμοποίησε μια ξύλινη βέργα για να κατεβάσει τη μπάλα από το δέντρο.
lath nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strip of wood)πηχάκι ουσ ουδ
  βέργα ουσ θηλ
ramrod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rod for cleaning a gun barrel)βέργα ουσ θηλ
withe,
withy,
plural: withes,
withies
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(flexible twig)βέργα, βίτσα ουσ θηλ
ferule,
ferula
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
historical (switch used to punish children) (τιμωρίας)χάρακας ουσ αρσ
  βέργα, ράβδος ουσ θηλ
  βίτσα ουσ θηλ
pointer stick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wand used in visual presentations)βέργα ουσ θηλ
  ραβδί ουσ ουδ
pull-through nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] used to clean gun barrel) (για καθαρισμό κάννης)βέργα ουσ θηλ
the birch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rod used for flogging) (για τιμωρία)βίτσα, βέργα, ράβδος ουσ θηλ
  (κατά λέξη)μάτσο από κλαδιά σημύδας
 Children usually behaved when faced with the threat of the birch.
 Τα παιδιά συνήθως συμπεριφέρονται σωστά όταν έρχονται αντιμέτωπα με την απειλή της βίτσας.
the rod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for punishment)βίτσα, βέργα ουσ θηλ
 Naughty children used to be given the rod at school.
 Παλαιότερα, έδερναν τα άτακτα παιδιά με βίτσα (or: βέργα) στο σχολείο.
bar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rod)μπάρα, ράβδος ουσ θηλ
  (λεπτότερο)ραβδί ουσ ουδ
  (λεπτότερη)βέργα ουσ θηλ
 He used a metal bar to vandalise several parked cars.
 Χρησιμοποίησε μια μεταλλική ράβδο για να βανδαλίσει αρκετά παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
switch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (whip)βέργα, βίτσα ουσ θηλ
 His father hit him with the switch for disobeying him.
switch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (growing shoot of a plant)βέργα ουσ θηλ
  κλαδί ουσ ουδ
 We took a switch from the plant to start a new one.
wand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thin rod or stick)ραβδί ουσ ουδ
  βέργα ουσ θηλ
 The teacher pointed to each syllable with a wand, as she read the words out.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
birch [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (flog, beat with a rod) (κάποιον άλλον)δέρνω με τη βίτσα, δέρνω με τη βέργα περίφρ
  (εμένα)με δέρνουν με τη βίτσα, με δέρνουν με τη βέργα περίφρ
  (κατά λέξη)δέρνω με μάτσο από κλαδιά σημύδας
 During his time at boarding school in the 1940s, he was frequently birched by the headmaster.
 Κατά την παραμονή του στο οικοτροφείο τη δεκαετία του 1940, ο διευθυντής τον έδερνε με τη βέργα συχνά.
wooden stick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baton, club, etc. made of wood)ξύλινο ραβδί, ξύλινο μπαστούνι επίθ + ουσ ουδ
  ξύλινη βέργα επίθ + ουσ θηλ
  (φαγητό)καλαμάκι ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βέργα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βέργα'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης