βαρεμένος

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
twisted adj (mind) (άνθρωπος)διαταραγμένος επίθ.
  (καθομιλουμένη)πειραγμένος, βαρεμένος επίθ.
addicted adj (compulsively interested) (με εμμονή σε κάτι)εθισμένος, εξαρτημένος μτχ πρκ
  μανιώδης, μανιακός επίθ
  (αργκό: μεταφορικά)κολλημένος, βαρεμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 She's addicted to a new TV series about crime investigation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βαρεμένος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βαρεμένος'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης