βαρεμένος

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
addicted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (compulsively interested) (με εμμονή σε κάτι)εθισμένος, εξαρτημένος μτχ πρκ
  μανιώδης, μανιακός επίθ
  (αργκό: μεταφορικά)κολλημένος, βαρεμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 She's addicted to a new TV series about crime investigation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βαρεμένος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βαρεμένος'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης