WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
βενζίνη gas, petrol
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gasoline (US),
petrol (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(vehicle fuel)βενζίνη ουσ θηλ
 It smelled like gasoline in the garage. Tim ran out of petrol and had to call the breakdown company.
benzine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical used for cleaning)βενζίνη ουσ θηλ
gas nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, colloquial, abbreviation (gasoline: petrol)βενζίνη ουσ θηλ
 John put some twenty dollars' worth of gas into his truck.
 Ο Τζον έβαλε περίπου είκοσι δολάρια βενζίνη στο φορτηγό του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
juice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gas, power)βενζίνη ουσ θηλ
 Paul had to give his truck some juice to tear the tree stump out of the ground.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fill up with gas v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, informal (petrol tank: fill) (ντεπόζιτο οχήματος)γεμίζω με βενζίνη περίφρ
fuel up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, slang (fill fuel tank on vehicle) (σε όχημα)βάζω βενζίνη ρ μ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The explosion was caused by the fashion models, who were smoking while fueling up their car.
leaded adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (petrol, gasoline: containing lead)βενζίνη με μόλυβδο έκφρ
 Would you like your gas leaded or unleaded?
premium gas nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (high-performance petrol)βενζίνη πολλών οκτανίων ουσ θηλ
 High performance cars usually run on premium gas.
refuel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (refill a vehicle with petrol) (ανάλογα με το καύσιμο)ξαναβάζω βενζίνη, ξαναβάζω πετρέλαιο περίφρ
  (καθομιλουμένη)το ξαναγεμίζω έκφρ
 Pull over and refuel at the next gas station.
tank up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." informal (refuel: a vehicle)βάζω βενζίνη ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βενζίνη στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βενζίνη'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: own | rough

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης