WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
βερίκοκο apricot
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apricot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit)βερίκοκο ουσ ουδ
 For dessert, we ate apricots with fresh cream.
 Για επιδόρπιο, φάγαμε βερίκοκα με φρέσκια κρέμα.
apricot n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (apricot flavoured)βερίκοκο ουσ ως επίθ
 The bride-to-be ordered an apricot martini.
 Η μέλλουσα νύφη παρήγγειλε μαρτίνι βερίκοκο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apricot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apricot flavour)βερίκοκο ουσ ουδ
 Teddy, you can have a banana smoothie, and I'll have apricot.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
apricot jam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sweet fruit preserve)μαρμελάδα βερίκοκο φρ ως ουσ θηλ
 I like to have apricot jam on my toast every morning.
apricot liqueur nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apricot alcohol)λικέρ βερίκοκο φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βερίκοκο στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βερίκοκο'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης