WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
βερικοκιά apricot tree
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apricot tree nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tree bearing apricots) (δέντρο)βερικοκιά ουσ θηλ
 The farm has apple, plum and apricot trees.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βερικοκιά στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βερικοκιά'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης