WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
βεστιάριο dressing room, theater dressing room, theatre dressing room
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cloakroom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place to leave coats)γκαρνταρόμπα ουσ θηλ
  βεστιάριο ουσ ουδ
 Check your jackets at the cloakroom before the show.
vestry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (church: storage room for vestments)βεστιάριο ουσ ουδ
 The priest was in the vestry, getting ready for the morning service.
vestibule nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entrance hall)προθάλαμος ουσ αρσ
  (μεταφορικά)είσοδος ουσ θηλ
  (φύλαξη παλτό, μπουφάν)γκαρνταρόμπα ουσ θηλ
  βεστιάριο ουσ ουδ
checkroom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (cloakroom, hat-check room)γκαρνταρόμπα ουσ θηλ
  βεστιάριο ουσ ουδ
  (παλαιό)ιματιοθήκη ουσ θηλ
costumer,
costumier
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(costume seller or shop) (κατάστημα)κατάστημα με στολές και κουστούμια περίφρ
  (κατάστημα: θεατρικά ή εποχής)βεστιάριο ουσ ουδ
  (άτομο)έμπορος στολών και κουστουμιών περίφρ
 None of the local costumers has a pharaoh costume.
 Κανένα από τα τοπικά βεστιάρια δεν έχει κουστούμι φαραώ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wardrobe,
wardrobe department
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(studio department)γκαρνταρόμπα ουσ θηλ
  βεστιάριο ουσ ουδ
  (πιο σύγχρονο)ενδυματολογικό τμήμα επίθ + ουσ ουδ
 The actor went over to wardrobe to see if someone could mend the tear in his costume.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βεστιάριο στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βεστιάριο'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης